Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Προεκλογική χρονιά, γνώριμη μιζέρια

 


Ακόμη και αν οι εκλογές γίνουν στο τέλος της τετραετίας, βρισκόμαστε χωρίς αμφιβολία σε προεκλογική χρονιά. Μπορεί σήμερα οι εκλογές να μην κινητοποιούν τους πολίτες με την ένταση του παρελθόντος, εξακολουθούν όμως να καθορίζουν τη ζωή μας και τις προτεραιότητες της πολιτικής συζήτησης.

Στο τέλος κάθε κυβερνητικής θητείας συνηθίζουμε να κάνουμε ταμείο. Σχεδόν πάντοτε ο απολογισμός είναι μονοθεματικός: στο επίκεντρο βρίσκονται τα δημοσιονομικά μεγέθη και η πορεία της οικονομίας, ανεξάρτητα από το αν αυτά αποτελούν πράγματι την πρώτη προτεραιότητα των πολιτών. Η επίκληση των αριθμών είναι άλλωστε εύκολη, καθώς κυβέρνηση και αντιπολίτευση επιλέγουν κάθε φορά τους αριθμούς που εξυπηρετούν καλύτερα την επιχειρηματολογία τους.

Φοβάμαι ότι η φετινή προεκλογική περίοδος κινδυνεύει να ακολουθήσει την ίδια πεπατημένη. Σε μια εποχή όπου η ρευστότητα του εκλογικού σώματος, η αποχή και η μειωμένη εμπιστοσύνη προς την πολιτική θα έπρεπε να επιβάλλουν μια ωριμότερη προσέγγιση, κινδυνεύουμε να κάνουμε ξανά «μία από τα ίδια» και το βράδυ των εκλογών να απορούμε για τη μειωμένη συμμετοχή.

               Το πολιτικό σύστημα, επειδή ακριβώς δυσκολεύεται να αλλάξει, βουλιάζει τη χώρα χωρίς όμως να βυθίζεται το ίδιο. Εξακολουθεί να κινείται με πρακτικές προηγούμενων δεκαετιών, θέτοντας την ατζέντα περισσότερο με βάση τις δικές του ανάγκες παρά τις κοινωνικές απαιτήσεις. Έτσι, η κοινωνία παραμένει συχνά θεατής αποφάσεων που την αφορούν και συσσωρεύει απογοήτευση για όσα δεν αλλάζουν.

Μέρος των δεινών της καθημερινότητάς μας οφείλεται στην κακή λειτουργία των θεσμών και της δημοκρατίας, για την οποία πρωτίστως ευθύνεται η εκάστοτε διοίκηση. Όμως αυτή η συζήτηση, για τους θεσμούς που επιθυμούμε και που έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη για την κοινωνία και τη δημοκρατία, δεν γίνεται.

Η πολιτική τάξη της χώρας, φοβούμενη το απρόβλεπτο, ανθίσταται στις αλλαγές, πορεύεται κατά τον τρόπο που έμαθε στη Μεταπολίτευση και χάνει τις εξελίξεις. Έτσι, η δημοκρατία μας μένει καθηλωμένη και αγκυλωμένη στο παρελθόν. Αποποιείται την ευθύνη για τον εκσυγχρονισμό, διότι το νέο μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες όπου κάποιοι δεν θα έχουν θέση.

Με τον τρόπο αυτό οδηγούμαστε στο τέλμα και την εθνική μιζέρια, ενισχύουμε την ατομικότητα ως μοναδικό στόχο και υποβιβάζουμε τη συλλογικότητα σε ανάμνηση, καθώς είναι πιο εύκολο να διαχειριστεί κάποιος μικροομάδες συμφερόντων αντί κοινωνικών κινημάτων. Σε αυτό η κυβέρνηση δίνει τον τόνο και η αντιπολίτευση συμμετέχει με τον ίδιο ενθουσιασμό, άλλωστε, είναι πιο εύκολο να χαϊδεύεις αυτιά από το να λες αλήθειες.

Όσο λοιπόν η κοινωνική αδράνεια θα εντείνεται από την προσποιητή δράση του πολιτικού συστήματος, εμείς απολογιστικά θα καταγράφουμε τις χαμένες ευκαιρίες για τη χώρα, έπειτα από κάθε εκλογικό κύκλο.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 19/8/2026, σ.12


Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

 Κλειστόν λόγω Αυγούστου

 


Με τη φράση «τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις», ο αείμνηστος Ουμπέρτο Έκο αποπειράθηκε να περιγράψει την κατάσταση στα μέσα ενημέρωσης, όπου οι αίθουσες σύνταξης αδειάζουν και οι ρυθμοί της επικαιρότητας μοιάζουν να υποχωρούν. Στην Ελλάδα, όμως, η αυγουστιάτικη επιβράδυνση δεν περιορίζεται στα μέσα ενημέρωσης. Διαπερνά τη διοίκηση, τις επιχειρήσεις και την επαγγελματική ζωή, αποκαλύπτοντας την ολική έλλειψη σχεδιασμού.

Και εδώ ξεκινά ένα ακόμη ελληνικό παράδοξο. Σε μια χώρα που επιδιώκει το καλοκαίρι να κατακλύζεται από εκατομμύρια τουριστών και ένα σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ να προέρχεται από εκεί, εμείς ρίχνουμε ρυθμούς προς τέρψιν του γηγενούς πληθυσμού και διατήρησης μίας κακώς εννοούμενης εθιμοτυπίας που θέλει πάση θυσία διακοπές τον Αύγουστο. Έτσι με σχεδιασμό δεκαετίας 1960 πορευόμαστε και το 2026. Η αντίστασή μας σε κάθε αλλαγή, ακόμη και όταν αυτή επιβάλλεται από τις συνθήκες, μας καθιστά χώρα λειτουργίας έντεκα μηνών. Τον Αύγουστο η οικονομία μπαίνει σε κατάσταση αναμονής λειτουργίας, όπου οι κύριες δραστηριότητες αναστέλλονται για τον Σεπτέμβριο και μόνον σε έκτακτη συνθήκη θα λειτουργήσει.

Η εικόνα που περιγράφω δεν είναι καινούργια αλλά φοβάμαι πως δύσκολα θα αλλάξει, όσο αντιμετωπίζουμε τις διακοπές ως συλλογική αναστολή λειτουργίας και όχι ως ατομικό δικαίωμα που απαιτεί προσωπική οργάνωση. Σχεδιάζουμε μια χώρα προορισμό για όλη την ανθρωπότητα όλο το χρόνο κι εμείς επιδιώκουμε να μπαίνουμε σε διακοπές τον Αύγουστο, μια πρακτική που πληγώνει και την αγορά. Οι εργαζόμενοι φθάνουν στα όρια τους τον Ιούλιο, υπερεργαζόμενοι για να διευθετήσουν τις εκκρεμότητες σαν να μην υπάρχει αύριο. Κινούνται σε ρυθμούς που παραπέμπουν σε μετανάστευση, αποδημία ή και εκδημία, λες και το Σεπτέμβριο δεν θα πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε.

Η ίδια εικόνα υπάρχει και στο πολιτικό σύστημα, οι πολιτικοί «κυνηγούν» τους ψηφοφόρους σε κάθε γιορτή, πανήγυρη, παραλία ή ραχούλα και αν οι περιστάσεις το επιβάλλουν γυρίζουν μαυρισμένοι με «σηκωμένα τα μανίκια», καλλιεργώντας την εικόνα εκείνου που θυσίασε τις θερινές του διακοπές για το δημόσιο καθήκον.

Η αυγουστιάτικη υπολειτουργία, όμως, δεν είναι απλώς ζήτημα κοινωνικής συνήθειας. Αποκαλύπτει την εικόνα ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης, μιας χώρας που δεν σχεδιάζει και δεν διαταράσσει την «κανονικότητά» της γιατί δεν θέλει να κάνει αλλιώς, επιδιώκει τη συντήρηση της υφιστάμενης κατάστασης διότι οι αλλαγές εκτός από δημοκρατικά αντανακλαστικά φέρουν και την αβεβαιότητα που πάντα δημιουργεί μια νέα κατάσταση.

Οι βαθμοί πολιτικής ελευθερίας στην περιφερειακή διοίκηση για παράδειγμα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτοι και περιορίζονται στην ευχέρεια κήρυξης μιας περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Έτσι σε μια χώρα που μπορεί την ίδια μέρα να έχεις χιονόπτωση και καύσωνα, ο σχεδιασμός και η λήψη αποφάσεων εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κέντρο. Αντί να ενισχύουμε την αποκέντρωση, την επιχειρησιακή συνέχεια και την τοπική ευθύνη, αναπαράγουμε έναν μηχανισμό που λειτουργεί μόνο όταν είναι παρούσα η κεντρική διοίκηση.

Δεν χρειάζεται να καταργήσουμε τις θερινές διακοπές. Χρειάζεται απλώς να πάψει το συλλογικό κλείσιμο της χώρας. Μια χώρα που θέλει να υποδέχεται τον κόσμο δώδεκα μήνες τον χρόνο δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο έντεκα. Οι διακοπές είναι δικαίωμα. Το εθνικό «κλειστόν λόγω Αυγούστου», όμως, είναι επιλογή οργάνωσης.

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026, σελ. 12