Προεκλογική
χρονιά, γνώριμη μιζέρια
Ακόμη και
αν οι εκλογές γίνουν στο τέλος της τετραετίας, βρισκόμαστε χωρίς αμφιβολία σε
προεκλογική χρονιά. Μπορεί σήμερα οι εκλογές να μην κινητοποιούν τους πολίτες
με την ένταση του παρελθόντος, εξακολουθούν όμως να καθορίζουν τη ζωή μας και
τις προτεραιότητες της πολιτικής συζήτησης.
Στο τέλος
κάθε κυβερνητικής θητείας συνηθίζουμε να κάνουμε ταμείο. Σχεδόν πάντοτε ο
απολογισμός είναι μονοθεματικός: στο επίκεντρο βρίσκονται τα δημοσιονομικά
μεγέθη και η πορεία της οικονομίας, ανεξάρτητα από το αν αυτά αποτελούν
πράγματι την πρώτη προτεραιότητα των πολιτών. Η επίκληση των αριθμών είναι
άλλωστε εύκολη, καθώς κυβέρνηση και αντιπολίτευση επιλέγουν κάθε φορά τους
αριθμούς που εξυπηρετούν καλύτερα την επιχειρηματολογία τους.
Φοβάμαι
ότι η φετινή προεκλογική περίοδος κινδυνεύει να ακολουθήσει την ίδια
πεπατημένη. Σε μια εποχή όπου η ρευστότητα του εκλογικού σώματος, η αποχή και η
μειωμένη εμπιστοσύνη προς την πολιτική θα έπρεπε να επιβάλλουν μια ωριμότερη
προσέγγιση, κινδυνεύουμε να κάνουμε ξανά «μία από τα ίδια» και το βράδυ των
εκλογών να απορούμε για τη μειωμένη συμμετοχή.
Το πολιτικό σύστημα,
επειδή ακριβώς δυσκολεύεται να αλλάξει, βουλιάζει τη χώρα χωρίς όμως να
βυθίζεται το ίδιο. Εξακολουθεί να κινείται με πρακτικές προηγούμενων δεκαετιών,
θέτοντας την ατζέντα περισσότερο με βάση τις δικές του ανάγκες παρά τις
κοινωνικές απαιτήσεις. Έτσι, η κοινωνία παραμένει συχνά θεατής αποφάσεων που
την αφορούν και συσσωρεύει απογοήτευση για όσα δεν αλλάζουν.
Μέρος των
δεινών της καθημερινότητάς μας οφείλεται στην κακή λειτουργία των θεσμών και
της δημοκρατίας, για την οποία πρωτίστως ευθύνεται η εκάστοτε διοίκηση. Όμως
αυτή η συζήτηση, για τους θεσμούς που επιθυμούμε και που έχει πολλαπλασιαστικά
οφέλη για την κοινωνία και τη δημοκρατία, δεν γίνεται.
Η
πολιτική τάξη της χώρας, φοβούμενη το απρόβλεπτο, ανθίσταται στις αλλαγές,
πορεύεται κατά τον τρόπο που έμαθε στη Μεταπολίτευση και χάνει τις εξελίξεις. Έτσι,
η δημοκρατία μας μένει καθηλωμένη και αγκυλωμένη στο παρελθόν. Αποποιείται την
ευθύνη για τον εκσυγχρονισμό, διότι το νέο μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες όπου
κάποιοι δεν θα έχουν θέση.
Με τον
τρόπο αυτό οδηγούμαστε στο τέλμα και την εθνική μιζέρια, ενισχύουμε την
ατομικότητα ως μοναδικό στόχο και υποβιβάζουμε τη συλλογικότητα σε ανάμνηση,
καθώς είναι πιο εύκολο να διαχειριστεί κάποιος μικροομάδες συμφερόντων αντί
κοινωνικών κινημάτων. Σε αυτό η κυβέρνηση δίνει τον τόνο και η αντιπολίτευση
συμμετέχει με τον ίδιο ενθουσιασμό, άλλωστε, είναι πιο εύκολο να χαϊδεύεις
αυτιά από το να λες αλήθειες.
Όσο
λοιπόν η κοινωνική αδράνεια θα εντείνεται από την προσποιητή δράση του
πολιτικού συστήματος, εμείς απολογιστικά θα καταγράφουμε τις χαμένες ευκαιρίες
για τη χώρα, έπειτα από κάθε εκλογικό κύκλο.
Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 19/8/2026, σ.12