Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Αναζητούν πολιτική στέγη και ηγέτη


Οι ψηφοφόροι του πάλαι ποτέ κραταιού ΠΑΣΟΚ 


Η οικονομική κρίση που περνά τα τελευταία χρόνια η χώρα έφερε στην επιφάνεια μεταξύ άλλων την ατελή εξέλιξη του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης. Η έλλειψη πόρων ανέδειξε τις παθογένειες της πολιτικής και την χαμηλής πολιτικής ωριμότητας κρίση των πολιτών. 

Πολίτες που στην πλειοψηφία τους αρέσκονται στο να εθελοτυφλούν και να κρίνουν από το τραγούδι της εκάστοτε πολιτικής σειρήνας, διότι έτσι έμαθαν. Άνθρωποι που πιστεύουν ότι στη ζωή τα πράγματα γίνονται με τρόπο και όχι με κόπο καθίστανται εύκολη λεία για τον δημαγωγό που ανέξοδα υπόσχεται. Δοκιμάζουν τη ματαίωση στα μέσα κάθε πολιτικού κύκλου και αναζητούν νέα πολιτική έκφραση. Αυτή είναι η συνήθης περιφερόμενη ομάδα ψηφοφόρων που κρίνει το εκλογικό αποτέλεσμα μια και έχει πειστεί ότι η ιδεολογική συνέπεια δεν της ταιριάζει.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη «φυλή», εκείνη των «ρομαντικών» (;) αμετακίνητων, που έχουν σταθερή πολιτική προτίμηση και εξασφαλίζουν έτσι το βασικό εκλογικό πυρήνα σε μικρά και μεγάλα κόμματα, πάνω στον οποίο τα κόμματα αυτά επιχειρούν να χτίσουν την δύναμή τους και -γιατί όχι- την επικράτησή τους. 

Σε αυτή τη φάση και με δεδομένες τις εξελίξεις στην κεντροαριστερά, είναι, νομίζω, σημαντικό να εστιάσουμε στην ομάδα των ψηφοφόρων που προέρχεται από το πάλαι ποτέ κραταιό ΠΑΣΟΚ και αναζητά πολιτική στέγη. Οι πολίτες αυτοί μπορούν ποσοτικά να προσδιοριστούν στο 8% - 10% του εκλογικού σώματος και να περιγράφουν ως κεντροαριστεροί ή κεντρώοι στην ιδεολογία, δεκτικοί στις μεταρρυθμίσεις και τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται ο τόπος και χωρίς απαιτήσεις με την έννοια του πελάτη – ψηφοφόρου. Με ευρωπαϊκό προσανατολισμό βλέπουν τη λύση στην επικράτηση της πολιτικής έναντι των αγορών, στο μείγμα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στην ύπαρξη κοινωνικού κράτους αλλά και στην οικοδόμηση ενός κράτους με αξίες, που θα συνδράμει τον πολίτη και δεν θα τον εχθρεύεται. Οι ψηφοφόροι αυτοί είναι πια απαλλαγμένοι από το πολιτικό συναίσθημα και αναζητούν ηγέτη. 

Οι υπάρχουσες ηγεσίες δε φαίνεται να τους εκφράζουν, ενώ η μάχη για την αρχηγία στην Κεντροαριστερά δεν φαίνεται προς το παρόν να δίνει απαντήσεις. Τους τελευταίους δύο περίπου μήνες το εγχείρημα αναλώνεται στη συζήτηση των διαδικαστικών και η Επιτροπή που έχει αναλάβει τη διαδικασία αντικαθιστά το κόμμα που δεν υπάρχει και πρόκειται (;) να δημιουργηθεί. Οι υποψήφιοι χαράσσουν προσωπικές στρατηγικές και η κούρσα εξελίσσεται σε πολιτικά καλλιστεία όπου οι δυνητικοί ψηφοφόροι θα επιλέξουν σε ποιον θα δώσουν το «στέμμα». Αν ο υποψήφιος που θα επιλέξουν επικρατήσει, τότε θα βρουν πολιτική στέγη, αν πάλι όχι, η αναζήτηση φοβούμαι ότι θα συνεχιστεί καθώς δεν υπάρχει, όπως στο παρελθόν, συνεκτικός κρίκος ανάμεσα σε εκείνους που θα προσέλθουν στις εκλογές. 

Δημοσίευση: Εφημερίδα "ΤΟ ΠΑΡΟΝ" - Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

«Έφτασε για τον Αλ. Τσίπρα η ώρα της κρίσης»




Οι δημοσκοπήσεις έχουν πέσει τόσες φορές έξω, εδώ και αλλού, όμως εξακολουθούμε να τις χρησιμοποιούμε σαν βασικό εργαλείο πολιτικής ανάλυσης. Δεν είναι κάπως αντιφατικό αυτό;

Η δημοσκόπηση είναι εργαλείο πολιτικής ανάλυσης και όχι πρόβλεψης εκλογικού αποτελέσματος. Καταγράφει την άποψη τη δεδομένη στιγμή που ο ερωτώμενος απαντά στην έρευνα και που συνήθως απέχει χρονικά από τις εκλογές. Η προσφορά της λοιπόν είναι δεδομένη, αλλά μπορεί να ερμηνευθεί και αλλιώς. Όπως οι αρχαίοι Ινδοί επινόησαν τους αριθμούς ως αντίβαρο στην κλίση του ανθρώπου να φιλοσοφεί την κατάστασή του, έτσι και η δημοσκόπηση υπάρχει για να προσγειώνει τις πολιτικές ηγεσίες στην πραγματικότητα. 
Δεν θα διαφωνήσω ότι τα υφιστάμενα δημοσκοπικά εργαλεία έχουν φτάσει στα όριά τους. Η κατάσταση που βιώνουμε σήμερα μπορεί να συνοψιστεί στη φράση «νέο τοπίο - παλιά εργαλεία». Η επιστήμη όμως έχει ήδη αντιδράσει και νέες μέθοδοι αναπτύσσονται και στο εξής θα εφαρμόζονται. Απλώς τώρα δεν είναι ώριμες αρκετά για να γίνουν μέρος της καθημερινότητας μας. Αφορούν «βαριά» μαθηματικά και στατιστική που ακόμη και πολλοί επαγγελματίες τους κλάδου δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν. Για την ώρα πορευόμαστε με ό,τι έχουμε και αν κάνουμε λίγη υπομονή, θα ζήσουμε και την εφαρμογή των νέων εργαλείων.


Πόσο ακριβής μπορεί να είναι η αποτύπωση της πρόθεσης ψήφου όταν δεν βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο;

Από λίγο έως καθόλου. Είναι όμως μια ένδειξη, μία τάση, μία πρόθεση μελλοντικής πολιτικής συμπεριφοράς, δεν είναι όμως συμβόλαιο. Μετά την κατάρρευση των κομμάτων και την απουσία πολιτικών συναθροίσεων στην Ελλάδα, η δημοσκόπηση έχει εσχάτως αποκτήσει και έναν άλλο ρόλο: είναι ο υποδοχέας της δυσαρέσκειας των πολιτών. Μπορεί να δρα εκτονωτικά και αποσυμπιεστικά στους φορτισμένους καθημερινά πολίτες. Είναι μια ευκαιρία να πουν το παράπονό τους.
Η εμμονή στην ερμηνεία και ανάλυση της ερώτησης της πρόθεσης ψήφου έχει προκύψει από τη δημοσιογραφική προσέγγιση των ερευνών γνώμης. Υπάρχουν τόσα άλλα στοιχεία που καταγράφονται και που μπορούν να δώσουν πλούτο πληροφοριών για την κατάσταση της κοινωνίας. Αν αυτά τα στοιχεία αναλύονταν, θα μπορούσαν να ανοίξουν επί της ουσίας την πολιτική συζήτηση.

Κατά την εκτίμησή σας είναι αναστρέψιμη η φθορά του ΣΥΡΙΖΑ και του Α. Τσίπρα προσωπικά;

Εξαρτάται. Τι θεωρούμε ανατροπή; Το ενδεχόμενο επανεκλογής, την ανάκαμψη στις δημοσκοπήσεις ή την υλοποίηση πολιτικών που θα ανακουφίσουν την κοινωνία και να φέρουν άλλες μέρες για τη χώρα;
Φοβούμαι πως η γοητεία των υποσχέσεων δεν έχει πλέον πέραση στο εκλογικό σώμα. Όπως δείχνουν τα πράγματα, ο κ. Τσίπρας δε διαφέρει από προηγούμενους πρωθυπουργούς. Έφθασε και για κείνον η ώρα της κρίσης. Η κοινωνική ανοχή στο πρόσωπό του έχει πλέον εξαντληθεί και υπό το κράτος της διάψευσης των προσδοκιών αντιμετωπίζει και αυτός τη φθορά. Ως τώρα έχει χάσει το στοίχημα να επαναπροδιορίσει τη διαβρωμένη σχέση πολίτη – πολιτικής και το πιο οδυνηρό πολιτικά είναι η κοινωνική δυσπιστία απέναντι στις επιδόσεις του.

Σωστά καταλαβαίνω ότι μπορεί η ΧΑ να βγει ενισχυμένη στις επόμενες εκλογές; 

Δεν υπάρχει κάποιο ανάλογο εύρημα. Η Χρυσή Αυγή καταγράφεται σταθερά στην τρίτη θέση στις έρευνες, χωρίς όμως ανοδική τάση και χωρίς να είναι ο βασικός υποδοχέας της δυσαρέσκειας των πολιτών. Νομίζω ότι και με όρους «τιμωρίας του πολιτικού συστήματος» δεν συγκινεί πια. Αναδιπλώνεται απλώς στα ποσοστά των πολιτών εκείνων που τους εκφράζει ιδεολογικά και που δεν είναι λίγοι. 

Έχει βάση η πρόβλεψη ότι η αποχή θα χτυπήσει κόκκινο; 

Η συμμετοχή στις εκλογές εξαρτάται από περισσοτέρους του ενός παράγοντες και κατά τη γνώμη μου καθορίζει την ποιότητα της δημοκρατίας και το επίπεδο ωριμότητας της κοινωνίας. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αποστασιοποίηση του κόσμου από τις κάλπες. Κάποια στιγμή εκφράστηκε ως μόδα, στο πλαίσιο μιας life style προσέγγισης της ζωής. Άλλες φορές προέκυψε από την απαξία των ψηφοφόρων προς τους πολιτικούς, σήμερα έρχεται ως συνέπεια των εξαντλημένων οικονομικά και ψυχολογικά ψηφοφόρων. Εδώ, αν θέλετε, είναι και η ουσία του προβλήματος. Οι πολίτες προτιμούν την αποχή χωρίς να σκέπτονται ότι έτσι ανέχονται, τις επιλογές εκείνων που ψηφίζουν για τις ζωές τους. Διατηρώ την ελπίδα ότι την κρίσιμη ώρα οι πολίτες θα καταλάβουν πως η συμμετοχή στις εκλογές είναι η ελάχιστη πράξη ανατροπής που μπορούν να κάνουν για να αλλάξουν το μέλλον τους.

Η κεντροαριστερά, εκείνο το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009, που βρίσκεται; 

Η κεντροαριστερά δε γνωρίζω ακριβώς που βρίσκεται σήμερα. Για το ΠΑΣΟΚ του 44% μπορώ ενδεχομένως να σας πω. Ένα μικρό κομμάτι συνεχίζει να ψηφίζει ΠΑΣΟΚ αναπολώντας το παρελθόν και συντηρώντας τη μνήμη της ύπαρξής του, ένα μεγάλο κομμάτι «μετακόμισε» οριστικά στο ΣΥΡΙΖΑ και ένα ποσοστό της τάξεως του 10% παραμένει πολιτικά και κομματικά άστεγο. Είναι το ποσοστό εκείνο που απαντά κατά περίπτωση στο δίλημμα των εκλογών και συντηρεί ή ανατρέπει αποτελέσματα μέχρι να βρεθεί ένας πολιτικός φορέας να το εκφράσει και να το συγκινήσει να συμμετάσχει ξανά.


Γιατί τόση πόλωση;

Γιατί όχι; Όταν υπάρχουν προβλήματα που χρειάζονται λύσεις, τα ερωτήματα μπαίνουν διλημματικά. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει χτιστεί στη βάση δύο πόλων, όπως και πολλά ευρωπαϊκά ή το αμερικανικό. Οι Έλληνες από τη φύση μας είμαστε πολιτικά όντα αλλά και βαθιά ατομιστές. Με τις συνεργασίες δεν τα πάμε και τόσο καλά. Απαντούμε καλύτερα και δημιουργούμε περισσότερο όταν το ερώτημα είναι καβαφικής προέλευσης. Όταν καλούμαστε να αποφασίσουμε με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε.
Όπως λέγει και ο μεγάλος Μανόλης Αναγνωστάκης «Εμπρός λοιπόν: Είστε υπέρ ή κατά; Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι. Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.»

Δημοσίευση:  Free Sunday - 2 Οκτωβρίου 2016