Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

 Η αυταπάτη του αναντικατάστατου


 
               Οι κοινωνικές συνθήκες υπό τις οποίες εξελέγη η κυβέρνηση της ΝΔ το 2019 θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμη και ιδανικές. Η χώρα είχε βγει από την μνημονιακή φάση δημοσιονομικά δυνατότερη και κοινωνικά πιο ανθεκτική στις αλλαγές. Στην πλειοψηφία τους, οι πολίτες, ακόμη και όσοι δεν αποδέχονταν τη μνημονιακή πραγματικότητα, είχαν συνειδητοποιήσει ότι το σοκ της χρεοκοπίας μπορούσε να λειτουργήσει λυτρωτικά: ως αφετηρία για μια επανεκκίνηση και ως ευκαιρία να διορθωθούν στρεβλώσεις δεκαετιών.

               Η κοινωνία δεν ήταν απλώς έτοιμη, ζητούσε αλλαγές. Η κυβέρνηση του 2019 ήταν η πρώτη αυτοδύναμη έπειτα από δέκα χρόνια. Ο κ. Μητσοτάκης κυριάρχησε πολιτικά με μια θετική πρόταση, να μετατρέψει την Ελλάδα σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, όπου οι αυτονόητες παροχές προς τους πολίτες δεν θα ήταν θέμα συζήτησης. Έδωσε την εντύπωση ότι είχε απορρίψει τις πολιτικές πρακτικές του παρελθόντος, ότι θα πολιτευόταν χωρίς ιδεοληψίες και στεγανά, ότι θα λειτουργούσε με κανόνες, αξιοκρατία και θεσμικότητα. Σε αυτό το αφήγημα, εγγύηση για ένα διαφορετικό «πολιτεύεσθαι» ήταν η εικόνα του κοσμοπολίτη, σύγχρονου, δυτικοτραφούς ηγέτη που εξέπεμπε.

               Τα χρόνια που ακολούθησαν, διέψευσαν τις προσδοκίες. Τα «έργα και οι ημέρες» της διακυβέρνησης είναι πλέον γνωστά και αναδεικνύουν την αδυναμία υπέρβασης βαθιά ριζωμένων πολιτικών πρακτικών. Η κυβέρνηση δεν κατάφερε να αποκοπεί ουσιαστικά από τις παραδοσιακές λογικές της παράταξης ούτε να διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό ύφος που να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές απαιτήσεις.

               Η πρόσφατη υπόθεση Λαζαρίδη έρχεται να επιβεβαιώσει ακριβώς αυτό: την επιμονή σε μια πολιτική νοοτροπία που οι πολίτες αποστρέφονται. Το ζήτημα έχει δύο διαστάσεις, την τυπική και τη συμβολική.

               Σε τυπικό επίπεδο, έχουμε έναν άνθρωπο χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα να προσλαμβάνεται σε μια θέση που απαιτούσε πτυχίο, στη χώρα που η απόκτηση πανεπιστημιακού τίτλου ήταν για δεκαετίες το ελληνικό όνειρο και ισοδυναμούσε με εισιτήριο κοινωνικής ανόδου. Και μάλιστα σε μία συγκυρία όπου «παλεύουμε» για την επιστροφή των παιδιών της μεσαίας τάξης που ξενιτευτήκαν για να αναδείξουν τις δυνατότητες τους, διότι δεν άντεχαν τη χώρα όπου πιο εύκολα προχωράς με τρόπο και όχι με κόπο.

               Η δεύτερη διάσταση και ίσως σημαντικότερη, αφορά στο συμβολισμό. Ο κ. Λαζαρίδης είναι ένας άνθρωπος που είπε ψέματα για τα προσόντα του για να προσληφθεί στο δημόσιο και που τόσα χρόνια μετά δεν αντιλαμβάνεται το ατόπημά του και υπερασπίζεται τις θέσεις του με την οίηση του ημιμαθούς που καμαρώνει σαν διάνος και πιστεύει ότι είναι αλάθητος και αναντικατάστατος. Με την αλαζονεία του καλλιεργεί την αίσθηση μιας εξουσίας αποκομμένης από την κοινωνία. Μιας εξουσίας που θεωρεί τον εαυτό της υπεράνω ελέγχου και τους πολίτες υποχρεωμένους να αποδέχονται άκριτα τις επιλογές της.

               Αυτό είναι και το μείζον νομίζω πρόβλημα της κυβέρνησης, η πεποίθηση της πως είναι αναντικατάστατη και η βεβαιότητα που προσπαθεί να καλλιεργήσει ότι η παραμονή της στην εξουσία είναι μονόδρομος.

               Θέλω απλώς να επισημάνω ότι οι πολίτες απεχθάνονται τα αδιέξοδα που κάποιος προσπαθεί τεχνητά να τους δημιουργήσει και με την ψήφο τους ακόμη και χωρίς σαφή εναλλακτική, είναι διατεθειμένοι να απορρίψουν αυτό που θεωρούν ότι τους υποτιμά.


 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 22 Απριλίου 2026, σελ. 12

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

 Από τη διάψευση της ελπίδας στην κρίση αξιοπρέπειας


               Η περίοδος των μνημονίων υπήρξε για τη χώρα και τους πολίτες της βαθιά οδυνηρή. Δεν ήταν μόνο η οικονομική στενότητα, ήταν η συνολική αμφισβήτηση της Ελλάδας που οικοδομήθηκε στη Μεταπολίτευση. Ήταν η διάψευση της πεποίθησης ότι το μοντέλο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που εμπιστευτήκαμε μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα ψηλότερα.

               Η οικονομική κατάρρευση και η απώλεια της αγοραστικής δύναμης των πολιτών άλλαξαν ριζικά τη θεώρησή τους για τα πράγματα και ανέδειξαν τη σχετικά επιφανειακή σχέση τους με τη Δημοκρατία. Μπορεί στην Γ Ελληνική Δημοκρατία να διευρύναμε τους θεσμούς, όμως δεν τους εμβαθύναμε επαρκώς. Οι πολίτες δεν κατάφεραν να τους εμπιστευτούν, αντίθετα η εμπιστοσύνη χτιζόταν προσωποπαγώς γύρω από τα πολιτικά πρόσωπα. Οι αιτίες πολλές και συγκεκριμένες που μπορούν να εξηγηθούν ιστορικά.

               Σε αυτό το πλαίσιο, η χρεωκοπία της χώρας γέννησε διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις. Οι πολίτες διχάστηκαν σε εκείνους που νοσταλγούσαν το παρελθόν και πίστευαν ότι υπήρχε «μαγικός» τρόπος να επανέλθουμε και στους πιο ρεαλιστές που θεώρησαν ότι η προσαρμογή στα νέα δεδομένα ήταν αναπόφευκτη.

               Η πρώτη κατηγορία ταυτίστηκε με το αντιμνημονιακό ρεύμα, επενδύοντας στην άρνηση της πραγματικότητας και στην προσδοκία ενός «άλλου δρόμου», εκείνου της ελπίδας, πάνω στον οποίο οικοδόμησε η Αριστερά, και που επιβραβεύτηκε με το «Όχι» στο δημοψήφισμα του 2015.

               Η διάψευση που ακολούθησε δεν ήταν απλώς πολιτική. Ήταν η κατάρρευση ενός ολόκληρου τρόπου σκέψης και πολιτικής αισθητικής, που αποδείχθηκε ασύμβατος με την πραγματικότητα.

               Σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκε αντιθετικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υποσχόμενος σε έναν λαό με χαμηλές προσδοκίες ότι η Ελλάδα θα γίνει μια χώρα όπου η αξία των ανθρώπων θα αναγνωρίζεται, οι ικανοί θα προοδεύουν και η αριστεία θα αποτελεί κανόνα. Υποστήριξε ότι η χώρα που «μάτωσε» έμαθε και ότι είχε έρθει η ώρα για μια βαθιά αλλαγή νοοτροπίας.

               Οι πολίτες τον εμπιστευθήκαν, τον εξέλεξαν δύο φορές, όμως σήμερα βιώνουν άλλη μία απογοήτευση. Η επταετία Μητσοτάκη μέχρι στιγμής έχει επιβεβαιώσει πως για να αλλάξει η χώρα πρέπει να αλλάξουν μυαλά οι πολιτικοί. Οι πολίτες είναι έτοιμοι για αλλαγές, οι πολιτικοί φαίνεται να δυσκολεύονται.

               Επτά χρόνια μετά, η Ελλάδα που θα μας έκανε περήφανους συνεχίζει να μας πληγώνει. Η διαχείριση του δυστυχήματος των Τεμπών, η υπόθεση των υποκλοπών που έθεσε υπό αμφισβήτηση θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά και οι πρόσφατες καταγγελίες για μεθοδεύσεις στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ενισχύουν το αίσθημα δυσπιστίας των πολιτών.

               Την ίδια στιγμή, ο καθημερινός αγώνας των Ελληνίδων και των Ελλήνων να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος ζωής γίνεται ακόμη πιο βαρύς, όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι κάποιοι ευνοούνται λόγω της εγγύτητάς τους με την εξουσία. Αυτή η αίσθηση αδικίας δεν εξισορροπείται από επικλήσεις εθνικών επιτυχιών ή γεωπολιτικών ρόλων.

               Διότι, όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι του στερείται η αξιοπρέπεια, η αντίδρασή του είναι αναπόφευκτη και συχνά έρχεται χωρίς προειδοποίηση.

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 15 Απρίλιου 2026, σελ. 12

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΟΠΕΚΕΠΕ: η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι


            Αν ρωτήσεις το μέσο πολίτη τί θέλει από τη ζωή του, θα σου πει: ασφάλεια και σταθερότητα. Να ζει σε μία χώρα όπου το αυτονόητο δεν θα θεωρείται παροχή και θα μπορεί, έστω και με μικρό ορίζοντα, να προγραμματίσει το μέλλον του. Τα τελευταία χρόνια, αυτή η συνθήκη μοιάζει όνειρο για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, παρότι αποτελεί σταθερή υπόσχεση των πολιτικών κομμάτων που διεκδικούν την ψήφο μας.

Για περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια ελπίζουμε στην «επανάσταση του αυτονόητου». Ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης προτεραιοποίησε αυτό το κοινωνικό αίτημα ως το πρώτο που θα ικανοποιούσε με τη διακυβέρνησή του, συνοψίζοντάς το στη διαβεβαίωση ότι η χώρα, επί των ημερών του, θα λειτουργεί κανονικά. Μάλιστα, υποσχέθηκε ότι θα κινητοποιούσε τα πιο υγιή και ικανά μυαλά, ώστε να συνδράμουν με την αριστεία τους στο εγχείρημα.

Η κοινωνία τον εμπιστεύθηκε δίνοντας του πίστωση χρόνου για να υλοποιήσει το στόχο, εκλέγοντάς τον δις. Ωστόσο, η κυβερνητική αφήγηση ότι όλα πάνε καλά, ότι η χώρα και η οικονομία βγήκαν στο ξέφωτο και ότι ανακτήσαμε την διεθνή μας αίγλη, φάνηκε να προσέκρουσε στην πραγματικότητα.

Οι υποκλοπές, η διαχείριση του δυστυχήματος των Τεμπών και, εσχάτως, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επιβεβαιώνουν ότι η επικοινωνία δεν αρκεί για να μας πείσει πως ζούμε στον όμορφο κόσμο που περιγράφουν ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνηση. Η πραγματικότητα είναι ορατή και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Από όσα μόλις περιέγραψα, νομίζω ότι το θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ βλάπτει περισσότερο από όλα την κυβέρνηση, διότι υποδηλώνει σκοπιμότητα, με απώτερο στόχο το κέρδος και τον πλουτισμό ημετέρων.

               Παράλληλα, στο συλλογικό ασυνείδητο ο πρωτογενής τομέας ταυτίζεται με τις ρίζες μας και, αν και όχι πάντα δίκαια, η κοινωνία βάζει πλάτη στην επίλυση των προβλημάτων των αγροτών, ακόμη κι όταν πιστεύει ότι πληρώνει το λογαριασμό άλλων. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, νιώθει ότι κοροϊδεύεις τον αδύναμο και πραγματικό βιοπαλαιστή, στερώντας του αυτά που δικαιούται, για να τα δώσεις σε κάθε δυνητική εκλογική πελατεία που βάφτισες «αγρότες».

               Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, με την κυβέρνηση να προσπαθεί να αγνοήσει τί ήταν αυτό που το γέμισε. Πολιτεύθηκε σε ένα παράλληλο της κοινωνίας σύμπαν και πίστεψε ότι οι βαθμοί ελευθερίας που της δίνει η ανεπάρκεια της αντιπολίτευσης θα την καθιστούσαν αναντικατάστατη. Προέταξε το αφήγημα της σταθερότητας χωρίς να συνυπολογίσει ότι η σταθερότητα μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα μόνον όταν η ζωή των πολιτών έχει ποιότητα και προοπτική. Σε μια καθημερινότητα που έχει πάψει να είναι ανεκτή και έχει γίνει ζοφερή και αβάσταχτη, για ποιο λόγο να επιδιωχθεί η συντήρησή της;

               Στον ΟΠΕΚΕΠΕ η κυβέρνηση έδειξε ότι δεν ορρωδεί προ ουδενός, όταν πρόκειται για τη συντήρηση του πελατειακού κράτους. Απεμπόλησε δημοκρατικές αρχές και επέτρεψε την απαξίωση των θεσμών, όπως φάνηκε, για παράδειγμα, και στην Εξεταστική Επιτροπή. Έτσι, συνειδητοποιήσαμε όλοι πως, όταν δεν έχεις αφήγηση και όραμα για τη χώρα, μπορεί εύκολα να μετατραπείς σε διαχειριστή μικροσυμφερόντων. Άλλωστε, ο άριστος και ο αρεστός, όπως ο χρηστός και ο άχρηστος απέχουν μόλις ένα γράμμα.

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Παρασκευή 3 Απριλίου 2026, σελ. 15

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Όταν το ΠΑΣΟΚ ταυτιζόταν με τη Δημοκρατική Παράταξη

 


               Η γνωστή τηλεοπτική ατάκα «Αχ ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια!» αποτυπώνει, ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο, τη σημερινή θέση του ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία. Κόμμα ανάμνησης, κόμμα νοσταλγίας των χρόνων της αθωότητας και λιγότερο ο πυλώνας της Δημοκρατικής Παράταξης. Και αυτό είναι το πραγματικό του δράμα.

               Το ΠΑΣΟΚ ως πολιτικός φορέας, με τα λάθη και τα σωστά του, ταυτίστηκε με την πρόοδο της χώρας. Λειτούργησε ως η μεγάλη δημοκρατική παράταξη και μπορούσε να αναγεννάται ακόμη και ύστερα από βαριές ήττες (όπως το 1989), λόγω της πολιτικής του προσαρμοστικότητας. Είχε καταφέρει να δίνει τον παλμό στην κοινωνία, να βάζει εθνικούς στόχους και να μετατρέπει την πολιτική του σε εθνικό αφήγημα και συλλογικό όραμα. Ήταν τα χρόνια που είχε πολλά να πει!

               Σήμερα περιορίζει την επιρροή του μεταξύ νοσταλγίας για τους γηραιότερους και ειρωνείας για τους νεότερους, οι οποίοι συχνά το επικαλούνται για να σατιρίσουν υπενθυμίζοντας, έστω και άδικα, τις παθογένειες που συνδέθηκαν με τη δημοσιονομική κρίση.

               Επιχειρώντας μια ποσοτική αποτύπωση, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική. Οι 3.012.542 ψηφοφόροι που έδωσαν στο ΠΑΣΟΚ την τελευταία αυτοδύναμη κυβέρνηση το 2009 είναι σήμερα άνω των 35 ετών. Αυτό σημαίνει ότι περίπου το ένα τέταρτο του σημερινού εκλογικού σώματος δεν έχει καμία βιωματική εμπειρία κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Στις εκλογές του Μαΐου 2023, η τρίτη θέση εξασφαλίστηκε από 676.145 ψηφοφόρους, μόλις το 22,4% της εκλογικής του δύναμης το 2009. Το «Πρόεδρε, δεν αρέσουμε» της Μελίνας Μερκούρη μοιάζει ξανά επίκαιρο, περιγράφοντας με ακρίβεια την απόσταση που έχει δημιουργηθεί μεταξύ κόμματος και κοινωνίας, χωρίς όμως να δείχνει και τον δρόμο της υπέρβασής της.

               Το πρόβλημα γίνεται βαθύτερο από τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να αντιστέκεται στην ουσιαστική αυτοκριτική και στην αναζήτηση των αιτίων της περιορισμένης εκλογικής του επιρροής. Η αποτυχία επίτευξης της δεύτερης θέσης στις ευρωεκλογές του 2024 δεν οδήγησε σε μια ουσιαστική πολιτική συζήτηση με στόχο την αναζήτηση πολιτικού στίγματος και νέων πολιτικών εργαλείων για την προσέγγιση και ερμηνεία της πολιτικής πραγματικότητας, αλλά περιορίστηκε σε μια συνεδρίαση Κεντρικής Επιτροπής, όπου ο Πρόεδρός του, δεν «απολογήθηκε» για την πολιτική αποτυχία, αλλά «σήκωσε το γάντι» και πήγε σε εσωκομματικές εκλογές απαντώντας στις τηλεοπτικές προκλήσεις των στελεχών του.

               Εδώ ακριβώς εντοπίζω και το λάθος. Το ΠΑΣΟΚ δεν λειτουργεί πολιτικά και αυτό η κοινωνία το εισπράττει. Γι’ αυτό και δεν το ταυτίζει πλέον με τη Δημοκρατική Παράταξη. Διότι αντί να παράγει πολιτική και να προκαλεί πολιτικό ενδιαφέρον, αρκείται στη διαχείριση του πολιτικού συναισθήματος και ενίοτε στον εκβιασμό της συναισθηματικής ψήφου. Δεν ερμηνεύει τη σύγχρονη πραγματικότητα, αναπαράγει εργαλεία και αντιλήψεις της Μεταπολίτευσης. Με αυτή την τακτική εγκλωβίζεται σε χαμηλά ποσοστά που του εξασφαλίζουν μια μικρή, ευέλικτη και πλήρως ελεγχόμενη κοινοβουλευτική παρουσία, χωρίς δυστυχώς, προοπτική διεύρυνσης.

Από κόμμα των μεγάλων λαϊκών μαζών, χωρίς πολιτικά τζάκια, με απροϋπόθετη απεύθυνση στους δημοκράτες πολίτες, κατέληξε σε ένα κλειστό σύστημα πολιτικών ομάδων, χωρίς κοινωνική απήχηση. Και αυτό ίσως είναι το πιο σαφές σημάδι ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά βαθιά πολιτικό.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’ 24 Μαρτίου 2026, σελ. 16

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

 Το σύνδρομο Goodbye Lenin της ελληνικής πολιτικής

 

Πριν από περίπου δύο δεκαετίες (2003), παρακολουθήσαμε στο σινεμά τη γερμανική κωμωδία «Goodbye Lenin». Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας από το Ανατολικό Βερολίνο, που πέφτει σε κώμα λίγο πριν την πτώση του Τείχους και ξυπνά μετά την επανένωση, έχοντας χάσει τις πολιτικές εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο, ο γιος της, για να την προστατεύσει από το σοκ των αλλαγών, προσπαθεί να αναπαραστήσει γύρω της την πραγματικότητα όπως την θυμόταν πριν πέσει σε κώμα.

Κάπως έτσι μοιάζει να λειτουργεί και το ελληνικό πολιτικό σύστημα: σκέφτεται, δρα, επιχειρηματολογεί και τελικά πολιτεύεται με όρους πρώιμης Μεταπολίτευσης. Προχωρά με τον τρόπο που είχε συνηθίσει και μιμείται τον γερμανό γιο της ασθενούς που ξύπνησε από το κώμα, ο οποίος προσποιείται πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Έτσι τα κόμματα μιλούν με γλώσσα που συγκινεί τους πολίτες της «γενιάς Πολυτεχνείου», σε μια εποχή που το κύριο σώμα των ψηφοφόρων έχει γεννηθεί μετά την Μεταπολίτευση.

Αυτή η τακτική, βολική για τους συμμετέχοντες στην πολιτική διαδικασία, καθώς θεωρείται δοκιμασμένη και αποδοτική, δεν φαίνεται να αγγίζει την κοινωνία. Έτσι, η πολιτική διαδικασία γίνεται «κλειστού στίβου» και θυμίζει ένα αθλητικό οικοσύστημα όπου μέσα στο γήπεδο οι αθλητές κάνουν ρεκόρ, οι θεατές χειροκροτούν και η κοινωνία ακούει τα αποτελέσματα, χωρίς απαραιτήτως να νιώθει ότι την αφορούν.

Κάπως έτσι εξελίσσονται και οι εσωκομματικές διαδικασίες, με πιο πρόσφατη εκείνη του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα που στη Μεταπολίτευση διακρίθηκε για την ανοιχτότητά του και την ικανότητά του να συγκεράζει διακριτές πολιτικές απόψεις, έχει μετατραπεί σε εκλογικό μηχανισμό με περιορισμένη απήχηση στην κοινωνία. Το ΠΑΣΟΚ, που είχε γείωση με την κοινωνία, που αναδείκνυε τα τοπικά στελέχη, που «ακουγόταν» και «φαινόταν» στον κόσμο, έκανε εσωκομματική διαδικασία για να θριαμβεύσουν ο νέος αλγόριθμος, οι μηχανισμοί μεταφοράς υποψηφίων και ψηφοφόρων και τελικά να ηττηθεί η εμπιστοσύνη και η αίσθηση προσβασιμότητας σε ένα κόμμα που στα πρώτα του χρόνια άνοιξε δρόμο συμμετοχής στους πολιτικά αποκλεισμένους.

Εδώ και περίπου 15 χρόνια, το ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να έχει επικαιροποιήσει τη σχέση του με την κοινωνία. Δεν μπορεί να εκφράσει τους κομματικά άστεγους πολίτες που νιώθουν ότι ανήκουν στη Δημοκρατική Παράταξη αφήνοντας ένα πολιτικό κενό που, στο σημερινό ρευστοποιημένο πολιτικό σύστημα, λειτουργεί ως σημαία ευκαιρίας για νέους σχηματισμούς.

Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι αν το ΠΑΣΟΚ επιθυμεί πραγματικά να διευρυνθεί πολιτικά ή αν θα αρκεστεί στις εκλογικές επιδόσεις που εξασφαλίζει η επίκληση της συναισθηματικής ψήφου, διατηρώντας ένα μικρό, ευέλικτο και πλήρως ελεγχόμενο σχήμα που εξασφαλίζει μεν κοινοβουλευτική παρουσία, αλλά αφήνει ακάλυπτο τον ευρύτερο χώρο της Δημοκρατικής Παράταξης. 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τρίτη 17 Μαρτίου 2026, σ.7

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

 Όταν η διαχείριση υποκαθιστά την πολιτική

Με εξαίρεση τη Ροδόπη, τον Ιούνιο του 2023 ο εκλογικός χάρτης της Ελλάδας βάφτηκε μπλε. Η νίκη της ΝΔ και του κ. Μητσοτάκη, αν και αδιαμφισβήτητη, δημιούργησε ερωτήματα σε επίπεδο πολιτικής ανάλυσης αλλά και ευρύτερου πολιτικού προβληματισμού. Τα ερωτήματα δεν αφορούσαν στην επίδοση της ΝΔ στη Λακωνία ή τις Σέρρες, αλλά στην επικράτησή της στα παραδοσιακά «κάστρα» της δημοκρατικής παράταξης. Πώς, για παράδειγμα, η Κρήτη κατέληξε να στηρίξει τη ΝΔ ή για ποιον λόγο η Δυτική Ελλάδα μετακινήθηκε εκλογικά προς αυτήν;

Η ανάλυση των δεδομένων του exit poll δείχνει ότι σε κοινωνικές ομάδες όπως οι αγρότες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες η ΝΔ προσέγγισε επίπεδα σχεδόν απόλυτης επικράτησης, υπερβαίνοντας την παραδοσιακή της εκλογική απήχηση. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε πολλούς αναλυτές σε ιδεολογικές ερμηνείες της εκλογικής συμπεριφοράς, υποστηρίζοντας ότι η στροφή του κ. Μητσοτάκη προς πιο κεντρώες πολιτικές υπήρξε ελκυστική για ψηφοφόρους προερχόμενους από άλλους πολιτικούς χώρους.

Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς η ΝΔ πλησιάζει προς τη λήξη της κυβερνητικής της θητείας, καθίσταται σαφές ότι η πολιτική πρακτική της δεν παραπέμπει σε κυβέρνηση που επικράτησε πρωτίστως με ιδεολογικούς όρους. Αντιθέτως, ζητήματα όπως η κατανομή των κονδυλίων του ΟΠΕΚΕΠΕ ή η ένταξη, αναθεώρηση και ιεράρχηση έργων του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργούν την εντύπωση ότι η κυβέρνηση συγκρότησε εκλογικές συμμαχίες στη βάση υλικών ανταλλαγμάτων και στοχευμένων οικονομικών παρεμβάσεων.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την υπόθεση ότι η εκλογική της κυριαρχία δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ιδεολογική ταύτιση ή πολιτική πειθώ, αλλά και σε μια λογική διαχείρισης πόρων που παρήγαγε συγκεκριμένα, ευνοημένα εκλογικά ακροατήρια.

Η πολιτική συνοχή, ωστόσο, δεν μπορεί να διασφαλίζεται μέσω πρακτικών οικονομικής δοσοληψίας, αλλά μέσω πολιτικών που δημιουργούν στους πολίτες την αίσθηση ότι «η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση». Σε αυτό το πεδίο, η κυβέρνηση απέτυχε, ενώ δεν έχει πλέον υπέρ της ούτε τον παράγοντα του χρόνου. Στη ρευστότητα που καταγράφηκε στις Ευρωεκλογές προστίθεται η κόπωση από την πολυετή διακυβέρνηση, η οποία εντείνεται από την αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων και επιτάχυνσης της επίλυσης των καθημερινών προβλημάτων των πολιτών.

Η παρατεταμένη κρίση με τους αγρότες, που επί εβδομάδες επηρεάζει την οικονομική και κοινωνική ζωή, επιτείνει τη φθορά της ακόμη και σε κοινωνικές ομάδες που θεωρούνταν δεδομένες, με την περιφέρεια να φαίνεται πιο πρόθυμη να απομακρυνθεί. Όμως ο εφιάλτης της κυβέρνησης είναι τα 1,77 εκατομμύρια ψηφοφόροι που έχουν την τελευταία δεκαπενταετία απομακρυνθεί από τις κάλπες και που αν κάτι τους κινητοποιήσει να ξανασυμμετάσχουν δεν θα είναι σίγουρα η εκ νέου παροχή εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η κυβέρνηση φθείρεται, αλλά αν έχει πλέον τη δυνατότητα πολιτικής ανασύνθεσης.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026, σ.12

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Αναμέτρηση στα «μαρμαρένια αλώνια»

Σε μια εποχή όπου η πραγματικότητα εξελίσσεται με καταιγιστικούς ρυθμούς, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα συχνά λειτουργεί με χρονική καθυστέρηση, όπως αποδεικνύει και ο εκ των υστέρων σχολιασμός της μακροσκελούς συνέντευξης – διαγγέλματος του κ. Αντώνη Σαμαρά, που δόθηκε στις 31 Οκτωβρίου αλλά αναλύεται αρκετές ημέρες αργότερα.

Στη συνέντευξη αυτή, ο κ. Σαμαράς δήλωσε «παρών» και επιχείρησε να κοινοποιήσει στους Έλληνες τη δική του εκδοχή της αλήθειας. Μίλησε με ύφος καθαρά μεταπολιτευτικό, παρότι ο ίδιος θεωρεί πως ζούμε ήδη στη Μετα-Μεταπολίτευση. Επιδίωξε να καταστεί σημείο αναφοράς για τον παραδοσιακό πυρήνα της Νέας Δημοκρατίας, τους ψηφοφόρους που ταυτίζουν το κόμμα ιδεολογικά με τη Δεξιά και νιώθουν αποξενωμένοι από τη σημερινή του φυσιογνωμία. Με αναφορές σε έννοιες όπως «πατριωτισμός», «αξίες» και «ειλικρίνεια», έθεσε το δικό του πλαίσιο διαφοροποίησης από την ηγεσία Μητσοτάκη, η οποία κάνει σαφές ότι επέβαλε την αποπομπή του.

Γνωρίζοντας ότι η κυβέρνηση έχει εισέλθει στη φάση της μη αναστρέψιμης φθοράς, ο πρώην πρωθυπουργός χαράσσει έναν δικό του οδικό χάρτη για την «επόμενη μέρα». Με αναδρομές στις δικές του κυβερνητικές επιλογές, επιχειρεί να ανακαλέσει μνήμες μιας Νέας Δημοκρατίας με «ιδεολογική καθαρότητα» και αναφορά στις εμβληματικές προσωπικότητες της παράταξης, ενώ ακόμη και για την περίοδο της πολιτικής του δραστηριότητας με το κόμμα της Πολιτικής Άνοιξης δίνει την εκδοχή του λέγοντας πως ήταν εντός της παράταξης.

Η συνέντευξη μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους και κάθε ακροατήριο θα βρει το δικό του σημείο ταύτισης. Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι της ΝΔ ενδέχεται να αναγνωρίσουν τον «φάρο» τους, όσοι αναζητούν διαφορετική θεώρηση των διεθνών σχέσεων τη δική τους φωνή, ενώ όσοι συγκινούνται από το τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» μια πολιτική οικειότητα. Σίγουρα όλοι οι δυσαρεστημένοι Έλληνες μπορούν να βρουν κάτι να τους εκφράσει. Ακόμη και η αντιπολίτευση να βρει επιχειρήματα για να κρίνει την κυβέρνηση.

Η παρέμβαση αυτή, ωστόσο, αναδεικνύει μια διαχρονική ελληνική παθογένεια: την τάση για έκφραση παραπόνου και αγανάκτησης, άλλοτε με και άλλοτε χωρίς τεκμηρίωση, όμως τις περισσότερες φορές χωρίς σαφή, ρεαλιστική αντιπρόταση για το μέλλον της χώρας.

Ο λόγος του κ. Σαμαρά απευθύνθηκε σε όσους εξακολουθούν να σκέφτονται με όρους Μεταπολίτευσης, στους νοσταλγούς μιας εποχής πολιτικής αναγέννησης και δημοκρατικής ανασυγκρότησης. Εκλογικά μιλώντας μίλησε σε εκείνους που ψηφίζουν ως νοσταλγοί του παρελθόντος.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, είναι αν ο προβληματισμός του κ. Σαμαρά αντανακλά περισσότερο την κοινωνική πραγματικότητα και αν οι πολίτες τον ενστερνίζονται, ή αν η προσέγγιση του κ. Μητσοτάκη βρίσκεται πιο κοντά σε έναν κόσμο που αλλάζει και επιβάλλει την προσαρμογή μας. Θα φανεί, στο επόμενο διάστημα, αν στην αναμέτρηση στα «μαρμαρένια αλώνια» θα επικρατήσει ή όχι ο Διγενής.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, 11/11/25, σ.12