Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

 Η αυταπάτη του αναντικατάστατου


 
               Οι κοινωνικές συνθήκες υπό τις οποίες εξελέγη η κυβέρνηση της ΝΔ το 2019 θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμη και ιδανικές. Η χώρα είχε βγει από την μνημονιακή φάση δημοσιονομικά δυνατότερη και κοινωνικά πιο ανθεκτική στις αλλαγές. Στην πλειοψηφία τους, οι πολίτες, ακόμη και όσοι δεν αποδέχονταν τη μνημονιακή πραγματικότητα, είχαν συνειδητοποιήσει ότι το σοκ της χρεοκοπίας μπορούσε να λειτουργήσει λυτρωτικά: ως αφετηρία για μια επανεκκίνηση και ως ευκαιρία να διορθωθούν στρεβλώσεις δεκαετιών.

               Η κοινωνία δεν ήταν απλώς έτοιμη, ζητούσε αλλαγές. Η κυβέρνηση του 2019 ήταν η πρώτη αυτοδύναμη έπειτα από δέκα χρόνια. Ο κ. Μητσοτάκης κυριάρχησε πολιτικά με μια θετική πρόταση, να μετατρέψει την Ελλάδα σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, όπου οι αυτονόητες παροχές προς τους πολίτες δεν θα ήταν θέμα συζήτησης. Έδωσε την εντύπωση ότι είχε απορρίψει τις πολιτικές πρακτικές του παρελθόντος, ότι θα πολιτευόταν χωρίς ιδεοληψίες και στεγανά, ότι θα λειτουργούσε με κανόνες, αξιοκρατία και θεσμικότητα. Σε αυτό το αφήγημα, εγγύηση για ένα διαφορετικό «πολιτεύεσθαι» ήταν η εικόνα του κοσμοπολίτη, σύγχρονου, δυτικοτραφούς ηγέτη που εξέπεμπε.

               Τα χρόνια που ακολούθησαν, διέψευσαν τις προσδοκίες. Τα «έργα και οι ημέρες» της διακυβέρνησης είναι πλέον γνωστά και αναδεικνύουν την αδυναμία υπέρβασης βαθιά ριζωμένων πολιτικών πρακτικών. Η κυβέρνηση δεν κατάφερε να αποκοπεί ουσιαστικά από τις παραδοσιακές λογικές της παράταξης ούτε να διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό ύφος που να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές απαιτήσεις.

               Η πρόσφατη υπόθεση Λαζαρίδη έρχεται να επιβεβαιώσει ακριβώς αυτό: την επιμονή σε μια πολιτική νοοτροπία που οι πολίτες αποστρέφονται. Το ζήτημα έχει δύο διαστάσεις, την τυπική και τη συμβολική.

               Σε τυπικό επίπεδο, έχουμε έναν άνθρωπο χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα να προσλαμβάνεται σε μια θέση που απαιτούσε πτυχίο, στη χώρα που η απόκτηση πανεπιστημιακού τίτλου ήταν για δεκαετίες το ελληνικό όνειρο και ισοδυναμούσε με εισιτήριο κοινωνικής ανόδου. Και μάλιστα σε μία συγκυρία όπου «παλεύουμε» για την επιστροφή των παιδιών της μεσαίας τάξης που ξενιτευτήκαν για να αναδείξουν τις δυνατότητες τους, διότι δεν άντεχαν τη χώρα όπου πιο εύκολα προχωράς με τρόπο και όχι με κόπο.

               Η δεύτερη διάσταση και ίσως σημαντικότερη, αφορά στο συμβολισμό. Ο κ. Λαζαρίδης είναι ένας άνθρωπος που είπε ψέματα για τα προσόντα του για να προσληφθεί στο δημόσιο και που τόσα χρόνια μετά δεν αντιλαμβάνεται το ατόπημά του και υπερασπίζεται τις θέσεις του με την οίηση του ημιμαθούς που καμαρώνει σαν διάνος και πιστεύει ότι είναι αλάθητος και αναντικατάστατος. Με την αλαζονεία του καλλιεργεί την αίσθηση μιας εξουσίας αποκομμένης από την κοινωνία. Μιας εξουσίας που θεωρεί τον εαυτό της υπεράνω ελέγχου και τους πολίτες υποχρεωμένους να αποδέχονται άκριτα τις επιλογές της.

               Αυτό είναι και το μείζον νομίζω πρόβλημα της κυβέρνησης, η πεποίθηση της πως είναι αναντικατάστατη και η βεβαιότητα που προσπαθεί να καλλιεργήσει ότι η παραμονή της στην εξουσία είναι μονόδρομος.

               Θέλω απλώς να επισημάνω ότι οι πολίτες απεχθάνονται τα αδιέξοδα που κάποιος προσπαθεί τεχνητά να τους δημιουργήσει και με την ψήφο τους ακόμη και χωρίς σαφή εναλλακτική, είναι διατεθειμένοι να απορρίψουν αυτό που θεωρούν ότι τους υποτιμά.


 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 22 Απριλίου 2026, σελ. 12

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

 Από τη διάψευση της ελπίδας στην κρίση αξιοπρέπειας


               Η περίοδος των μνημονίων υπήρξε για τη χώρα και τους πολίτες της βαθιά οδυνηρή. Δεν ήταν μόνο η οικονομική στενότητα, ήταν η συνολική αμφισβήτηση της Ελλάδας που οικοδομήθηκε στη Μεταπολίτευση. Ήταν η διάψευση της πεποίθησης ότι το μοντέλο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που εμπιστευτήκαμε μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα ψηλότερα.

               Η οικονομική κατάρρευση και η απώλεια της αγοραστικής δύναμης των πολιτών άλλαξαν ριζικά τη θεώρησή τους για τα πράγματα και ανέδειξαν τη σχετικά επιφανειακή σχέση τους με τη Δημοκρατία. Μπορεί στην Γ Ελληνική Δημοκρατία να διευρύναμε τους θεσμούς, όμως δεν τους εμβαθύναμε επαρκώς. Οι πολίτες δεν κατάφεραν να τους εμπιστευτούν, αντίθετα η εμπιστοσύνη χτιζόταν προσωποπαγώς γύρω από τα πολιτικά πρόσωπα. Οι αιτίες πολλές και συγκεκριμένες που μπορούν να εξηγηθούν ιστορικά.

               Σε αυτό το πλαίσιο, η χρεωκοπία της χώρας γέννησε διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις. Οι πολίτες διχάστηκαν σε εκείνους που νοσταλγούσαν το παρελθόν και πίστευαν ότι υπήρχε «μαγικός» τρόπος να επανέλθουμε και στους πιο ρεαλιστές που θεώρησαν ότι η προσαρμογή στα νέα δεδομένα ήταν αναπόφευκτη.

               Η πρώτη κατηγορία ταυτίστηκε με το αντιμνημονιακό ρεύμα, επενδύοντας στην άρνηση της πραγματικότητας και στην προσδοκία ενός «άλλου δρόμου», εκείνου της ελπίδας, πάνω στον οποίο οικοδόμησε η Αριστερά, και που επιβραβεύτηκε με το «Όχι» στο δημοψήφισμα του 2015.

               Η διάψευση που ακολούθησε δεν ήταν απλώς πολιτική. Ήταν η κατάρρευση ενός ολόκληρου τρόπου σκέψης και πολιτικής αισθητικής, που αποδείχθηκε ασύμβατος με την πραγματικότητα.

               Σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκε αντιθετικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υποσχόμενος σε έναν λαό με χαμηλές προσδοκίες ότι η Ελλάδα θα γίνει μια χώρα όπου η αξία των ανθρώπων θα αναγνωρίζεται, οι ικανοί θα προοδεύουν και η αριστεία θα αποτελεί κανόνα. Υποστήριξε ότι η χώρα που «μάτωσε» έμαθε και ότι είχε έρθει η ώρα για μια βαθιά αλλαγή νοοτροπίας.

               Οι πολίτες τον εμπιστευθήκαν, τον εξέλεξαν δύο φορές, όμως σήμερα βιώνουν άλλη μία απογοήτευση. Η επταετία Μητσοτάκη μέχρι στιγμής έχει επιβεβαιώσει πως για να αλλάξει η χώρα πρέπει να αλλάξουν μυαλά οι πολιτικοί. Οι πολίτες είναι έτοιμοι για αλλαγές, οι πολιτικοί φαίνεται να δυσκολεύονται.

               Επτά χρόνια μετά, η Ελλάδα που θα μας έκανε περήφανους συνεχίζει να μας πληγώνει. Η διαχείριση του δυστυχήματος των Τεμπών, η υπόθεση των υποκλοπών που έθεσε υπό αμφισβήτηση θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά και οι πρόσφατες καταγγελίες για μεθοδεύσεις στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ενισχύουν το αίσθημα δυσπιστίας των πολιτών.

               Την ίδια στιγμή, ο καθημερινός αγώνας των Ελληνίδων και των Ελλήνων να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος ζωής γίνεται ακόμη πιο βαρύς, όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι κάποιοι ευνοούνται λόγω της εγγύτητάς τους με την εξουσία. Αυτή η αίσθηση αδικίας δεν εξισορροπείται από επικλήσεις εθνικών επιτυχιών ή γεωπολιτικών ρόλων.

               Διότι, όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι του στερείται η αξιοπρέπεια, η αντίδρασή του είναι αναπόφευκτη και συχνά έρχεται χωρίς προειδοποίηση.

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 15 Απρίλιου 2026, σελ. 12

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΟΠΕΚΕΠΕ: η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι


            Αν ρωτήσεις το μέσο πολίτη τί θέλει από τη ζωή του, θα σου πει: ασφάλεια και σταθερότητα. Να ζει σε μία χώρα όπου το αυτονόητο δεν θα θεωρείται παροχή και θα μπορεί, έστω και με μικρό ορίζοντα, να προγραμματίσει το μέλλον του. Τα τελευταία χρόνια, αυτή η συνθήκη μοιάζει όνειρο για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, παρότι αποτελεί σταθερή υπόσχεση των πολιτικών κομμάτων που διεκδικούν την ψήφο μας.

Για περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια ελπίζουμε στην «επανάσταση του αυτονόητου». Ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης προτεραιοποίησε αυτό το κοινωνικό αίτημα ως το πρώτο που θα ικανοποιούσε με τη διακυβέρνησή του, συνοψίζοντάς το στη διαβεβαίωση ότι η χώρα, επί των ημερών του, θα λειτουργεί κανονικά. Μάλιστα, υποσχέθηκε ότι θα κινητοποιούσε τα πιο υγιή και ικανά μυαλά, ώστε να συνδράμουν με την αριστεία τους στο εγχείρημα.

Η κοινωνία τον εμπιστεύθηκε δίνοντας του πίστωση χρόνου για να υλοποιήσει το στόχο, εκλέγοντάς τον δις. Ωστόσο, η κυβερνητική αφήγηση ότι όλα πάνε καλά, ότι η χώρα και η οικονομία βγήκαν στο ξέφωτο και ότι ανακτήσαμε την διεθνή μας αίγλη, φάνηκε να προσέκρουσε στην πραγματικότητα.

Οι υποκλοπές, η διαχείριση του δυστυχήματος των Τεμπών και, εσχάτως, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επιβεβαιώνουν ότι η επικοινωνία δεν αρκεί για να μας πείσει πως ζούμε στον όμορφο κόσμο που περιγράφουν ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνηση. Η πραγματικότητα είναι ορατή και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Από όσα μόλις περιέγραψα, νομίζω ότι το θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ βλάπτει περισσότερο από όλα την κυβέρνηση, διότι υποδηλώνει σκοπιμότητα, με απώτερο στόχο το κέρδος και τον πλουτισμό ημετέρων.

               Παράλληλα, στο συλλογικό ασυνείδητο ο πρωτογενής τομέας ταυτίζεται με τις ρίζες μας και, αν και όχι πάντα δίκαια, η κοινωνία βάζει πλάτη στην επίλυση των προβλημάτων των αγροτών, ακόμη κι όταν πιστεύει ότι πληρώνει το λογαριασμό άλλων. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, νιώθει ότι κοροϊδεύεις τον αδύναμο και πραγματικό βιοπαλαιστή, στερώντας του αυτά που δικαιούται, για να τα δώσεις σε κάθε δυνητική εκλογική πελατεία που βάφτισες «αγρότες».

               Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, με την κυβέρνηση να προσπαθεί να αγνοήσει τί ήταν αυτό που το γέμισε. Πολιτεύθηκε σε ένα παράλληλο της κοινωνίας σύμπαν και πίστεψε ότι οι βαθμοί ελευθερίας που της δίνει η ανεπάρκεια της αντιπολίτευσης θα την καθιστούσαν αναντικατάστατη. Προέταξε το αφήγημα της σταθερότητας χωρίς να συνυπολογίσει ότι η σταθερότητα μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα μόνον όταν η ζωή των πολιτών έχει ποιότητα και προοπτική. Σε μια καθημερινότητα που έχει πάψει να είναι ανεκτή και έχει γίνει ζοφερή και αβάσταχτη, για ποιο λόγο να επιδιωχθεί η συντήρησή της;

               Στον ΟΠΕΚΕΠΕ η κυβέρνηση έδειξε ότι δεν ορρωδεί προ ουδενός, όταν πρόκειται για τη συντήρηση του πελατειακού κράτους. Απεμπόλησε δημοκρατικές αρχές και επέτρεψε την απαξίωση των θεσμών, όπως φάνηκε, για παράδειγμα, και στην Εξεταστική Επιτροπή. Έτσι, συνειδητοποιήσαμε όλοι πως, όταν δεν έχεις αφήγηση και όραμα για τη χώρα, μπορεί εύκολα να μετατραπείς σε διαχειριστή μικροσυμφερόντων. Άλλωστε, ο άριστος και ο αρεστός, όπως ο χρηστός και ο άχρηστος απέχουν μόλις ένα γράμμα.

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Παρασκευή 3 Απριλίου 2026, σελ. 15