Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

 Η δεξιά μεσοτοιχία και το ρήγμα του Βορρά


Η υποχώρηση της έντασης ισχύος της ιδεολογίας έχει τα τελευταία χρόνια ανανοηματοδοτήσει την έννοια της πολιτικής. Πρακτικές που θεωρούνταν αυτονόητες υποχώρησαν, νέες αναδείχθηκαν και άλλες επιβιώνουν περισσότερο ως πολιτική παράδοση παρά ως ζωντανή διαδικασία. Κάπως έτσι εξελίσσονται πλέον τα κομματικά συνέδρια, μακριά από την κοινωνία, σε έναν κομματικό μικρόκοσμο όπου κάθε τοποθέτηση μεγεθύνεται για τη διασφάλιση ρόλων, αξιωμάτων και μελλοντικής πολιτικής επιβίωσης.

Στο πρόσφατο Συνέδριο της ΝΔ παρακολουθήσαμε μια διαδικασία που επιχείρησε να εκπέμψει προς την κοινωνία την εικόνα μιας παράταξης με ενεργούς θεσμούς, εσωτερική συνοχή και εκλογική ετοιμότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, το συνέδριο εξυπηρέτησε πολύ διαφορετικές ανάγκες.

Τα απλά μέλη δήλωσαν κομματικό πατριωτισμό. Οι επίδοξοι διάδοχοι του Κυριάκου Μητσοτάκη φρόντισαν να καταγράψουν δημόσια τις επιφυλάξεις και τις διαφοροποιήσεις τους, ώστε σε μελλοντικό χρόνο να μπορούν να ισχυριστούν ότι «τα είχαν πει». Διότι στην πολιτική, όταν κάποιος δεν δικαιωθεί, κανείς δεν θυμάται τι είχε υποστηρίξει. Και βέβαια υπήρξε και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός τού «δεν είναι αυτό που νομίζετε», που επιχείρησε να εμφανιστεί δεκτικός στην κριτική, δηλώνοντας ότι και ο ίδιος θυμώνει με την ακρίβεια, υπονοώντας ότι «του αρέσουν οι παρατηρήσεις γιατί διορθώνεται».

Σε αυτό το πλαίσιο ακουστήκαν με ιδιαίτερη ένταση οι αγωνίες των στελεχών για τις αρχές και τις αξίες της ΝΔ, το ήθος και το DNA της παράταξης, καθώς και οι φόβοι για το ενδεχόμενο «κυβερνητικού ιδρυματισμού». Αυτές οι ανησυχίες καταγράφουν την πραγματικότητα που η κυβέρνηση επιλέγει να αγνοεί διότι εστιάζει την ανάλυσή της στη μεγάλη εικόνα των δημοσκοπήσεων όπου βλέπει μόνον την πρωτιά της ΝΔ και τη διαφορά της με το δεύτερο κόμμα. Επιλέγοντας τη βολική αυτή ανάγνωση, υποβαθμίζει την ουσιαστική εκλογική απειλή που είναι οι απώλειες προς τα δεξιά της. Εκεί όπου εντοπίζονται οι όμοροι ιδεολογικοί χώροι που αντλούν δύναμη από παραδοσιακούς ψηφοφόρους της ΝΔ, οι οποίοι απομακρύνθηκαν μετά την κεντρώα στροφή του 2019.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να επιλέγει να υποβαθμίζει την πολιτική κινητικότητα που αναπτύσσεται στη δεξιά «μεσοτοιχία», αυτό όμως δεν την αναιρεί. Το πρόβλημα αυτό φαίνεται να έχει και γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Ο εσωτερικός διχασμός στον χώρο της Δεξιάς θα μπορούσε να τιτλοφορείται ως «Βόρειοι και Νότιοι». Κόμματα με έδρα τη Θεσσαλονίκη και ατζέντα λαϊκή, συντηρητική και συχνά αναχρονιστική, παγιώνουν την πολιτική και πολιτισμική μετατόπιση της πόλης από πόλη εξωστρεφή και κοσμοπολίτισσα σε επαρχιακή μεγαλούπολη του Βορρά με αισθητική που παραπέμπει σε προηγούμενες δεκαετίες. Μια κουλτούρα που όσο παρήγε βολικά εκλογικά αποτελέσματα συντηρείτο στο όνομα της «παράδοσης» και της «αυθεντικότητας».

Σήμερα όμως η αντιμετώπιση της Βόρειας Ελλάδας ως εκλογικού μηχανισμού και λιγότερο ως πεδίου ουσιαστικής ανάπτυξης, θεσμικής ενίσχυσης και στρατηγικού σχεδιασμού όπου επιδιώκαμε συστηματικά τη διέγερση του θυμικού των πολιτών (βλέπε Μακεδονικό), αφήνοντας χώρο σε αλλότρια κέντρα επιρροής να αποκτήσουν παρουσία με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, επιστρέφει ως πολιτικό κόστος. Οι βουλευτές το βιώνουν και δε μπορούν να το αποτρέψουν, το Μαξίμου ακούει;

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 21 Μαΐου 2026, σ. 14

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

 Η επίπλαστη εικόνα μιας (προσωρινής) εκεχειρίας

 


Η πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν η ωραία ατμόσφαιρα που επιχειρήθηκε να προβληθεί προς την κοινή γνώμη, ούτε μια ουσιαστική διαδικασία αυτοκριτικής για να εμπεδωθεί το γνωστό «μου αρέσουν οι παρατηρήσεις, διορθώνομαι» όπως ο Πρωθυπουργός σημείωνε μετά και την επιστολή των πέντε βουλευτών της ΝΔ (ΤΑ ΝΕΑ, 28/4/2026) .

Ήταν, αντίθετα, μία από τις ελάχιστες συνεδριάσεις της Κ.Ο. που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της κυβερνητικής θητείας και, όπως συχνά συμβαίνει, οι συνεδριάσεις των Κοινοβουλευτικών Ομάδων γίνονται πιο δύσκολες όταν έχει ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για μια κυβέρνηση.

Έτσι στη συνεδρίαση αυτή παρατηρήσαμε ότι το ένα τρίτο σχεδόν των βουλευτών πήρε το λόγο και εξέφρασε τις απόψεις του. Κάποιοι κατέθεσαν τις αυθεντικές ανησυχίες τους, άλλοι διατύπωσαν τις προσωπικές τους επιδιώξεις, οι πιο θερμόαιμοι επετέθησαν ακόμη και στους θεσμούς που θεωρούν ενοχλητικούς (λ.χ. Ευρωπαϊκή Εισαγγελία), ενώ ορισμένοι θέλησαν να προβληθούν ως θεματοφύλακες και «πρωθυπουργικότεροι του πρωθυπουργού», επιχειρώντας να οριοθετήσουν τα στρατόπεδα και ίσως να χαράξουν τη διαχωριστική γραμμή για τις εκλογές με το βλέμμα στην επόμενη μέρα.

Σε αυτή τη συνεδρίαση έγινε προσπάθεια άμβλυνσης των εντάσεων εν όψει εκλογών, προκειμένου οι βουλευτές να πάψουν να αποτελούν πονοκέφαλο για την κυβέρνηση που έχει ανοιχτά μέτωπα με την κοινωνία.

Δεν έγινε ουσιαστική συζήτηση ούτε για τον αποδυναμωμένο ρόλο του βουλευτή, ούτε για τη λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ούτε για την ποιότητα της κοινοβουλευτικής λειτουργίας συνολικά. Η συνεδρίαση λειτούργησε κυρίως ως μηχανισμός προσωρινής εκεχειρίας και τακτοποίησης ανοιχτών λογαριασμών.

Όλοι, ελεγχόμενοι και μη, διασφάλισαν τη συμμετοχή τους στα ψηφοδέλτια, με την επίκληση από τον Πρωθυπουργό του τεκμηρίου της αθωότητας (δικαίως ενδεχομένως) και άπαντες εκλήθησαν να «ιδρώσουν τη φανέλα» παίρνοντας εντολή να πέσουν στην αρένα της εκλογικής μάχης για την υπέρ πάντων τρίτη τετραετία. Με οπαδικού τύπου προσέγγιση επιβλήθηκε σιωπητήριο, η πολιτική υποχώρησε μπροστά στην ανάγκη κομματικής συσπείρωσης και ο πρωθυπουργός εξασφάλισε αυτό που επιδίωκε περισσότερο: μια προσωρινή εσωτερική ειρήνη ώστε να διαχειριστεί τη διογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια.

Αυτή η δυσαρέσκεια δεν προκύπτει μόνον από τη ζοφερή καθημερινότητα των πολιτών. Αφορά υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και οι υποκλοπές, που προκαλούν την κοινωνική αντίδραση καθώς ακουμπούν θέματα θεσμών και πολιτικής ηθικής.

Η κυβέρνηση επικαλείται πολιτική υπεροπλία διαβάζοντας τους αριθμούς των δημοσκοπήσεων και δημιουργεί εντυπώσεις, κατά βάθος όμως γνωρίζει πως μόλις ένας στους πέντε ψηφοφόρους εγκρίνει τις πολιτικές της, ενώ όλοι οι άλλοι είναι απέναντι. Σε μια συνθήκη απόλυτης ρευστότητας και καθώς στην πολιτική δεν υπάρχουν αδιέξοδα, δε θα αργήσει ο χρόνος που η κοινωνική δυσαρέσκεια θα βρει την πολιτική της έκφραση. Τότε η πραγματικότητα ενδέχεται να αποδομήσει τα εκβιαστικά διλήμματα της δήθεν σταθερότητας.

 

Δημοσίευση: ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο, 9 Μαΐου 2026, σ. 47