Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Όταν το ΠΑΣΟΚ ταυτιζόταν με τη Δημοκρατική Παράταξη

 


               Η γνωστή τηλεοπτική ατάκα «Αχ ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια!» αποτυπώνει, ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο, τη σημερινή θέση του ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία. Κόμμα ανάμνησης, κόμμα νοσταλγίας των χρόνων της αθωότητας και λιγότερο ο πυλώνας της Δημοκρατικής Παράταξης. Και αυτό είναι το πραγματικό του δράμα.

               Το ΠΑΣΟΚ ως πολιτικός φορέας, με τα λάθη και τα σωστά του, ταυτίστηκε με την πρόοδο της χώρας. Λειτούργησε ως η μεγάλη δημοκρατική παράταξη και μπορούσε να αναγεννάται ακόμη και ύστερα από βαριές ήττες (όπως το 1989), λόγω της πολιτικής του προσαρμοστικότητας. Είχε καταφέρει να δίνει τον παλμό στην κοινωνία, να βάζει εθνικούς στόχους και να μετατρέπει την πολιτική του σε εθνικό αφήγημα και συλλογικό όραμα. Ήταν τα χρόνια που είχε πολλά να πει!

               Σήμερα περιορίζει την επιρροή του μεταξύ νοσταλγίας για τους γηραιότερους και ειρωνείας για τους νεότερους, οι οποίοι συχνά το επικαλούνται για να σατιρίσουν υπενθυμίζοντας, έστω και άδικα, τις παθογένειες που συνδέθηκαν με τη δημοσιονομική κρίση.

               Επιχειρώντας μια ποσοτική αποτύπωση, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική. Οι 3.012.542 ψηφοφόροι που έδωσαν στο ΠΑΣΟΚ την τελευταία αυτοδύναμη κυβέρνηση το 2009 είναι σήμερα άνω των 35 ετών. Αυτό σημαίνει ότι περίπου το ένα τέταρτο του σημερινού εκλογικού σώματος δεν έχει καμία βιωματική εμπειρία κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Στις εκλογές του Μαΐου 2023, η τρίτη θέση εξασφαλίστηκε από 676.145 ψηφοφόρους, μόλις το 22,4% της εκλογικής του δύναμης το 2009. Το «Πρόεδρε, δεν αρέσουμε» της Μελίνας Μερκούρη μοιάζει ξανά επίκαιρο, περιγράφοντας με ακρίβεια την απόσταση που έχει δημιουργηθεί μεταξύ κόμματος και κοινωνίας, χωρίς όμως να δείχνει και τον δρόμο της υπέρβασής της.

               Το πρόβλημα γίνεται βαθύτερο από τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να αντιστέκεται στην ουσιαστική αυτοκριτική και στην αναζήτηση των αιτίων της περιορισμένης εκλογικής του επιρροής. Η αποτυχία επίτευξης της δεύτερης θέσης στις ευρωεκλογές του 2024 δεν οδήγησε σε μια ουσιαστική πολιτική συζήτηση με στόχο την αναζήτηση πολιτικού στίγματος και νέων πολιτικών εργαλείων για την προσέγγιση και ερμηνεία της πολιτικής πραγματικότητας, αλλά περιορίστηκε σε μια συνεδρίαση Κεντρικής Επιτροπής, όπου ο Πρόεδρός του, δεν «απολογήθηκε» για την πολιτική αποτυχία, αλλά «σήκωσε το γάντι» και πήγε σε εσωκομματικές εκλογές απαντώντας στις τηλεοπτικές προκλήσεις των στελεχών του.

               Εδώ ακριβώς εντοπίζω και το λάθος. Το ΠΑΣΟΚ δεν λειτουργεί πολιτικά και αυτό η κοινωνία το εισπράττει. Γι’ αυτό και δεν το ταυτίζει πλέον με τη Δημοκρατική Παράταξη. Διότι αντί να παράγει πολιτική και να προκαλεί πολιτικό ενδιαφέρον, αρκείται στη διαχείριση του πολιτικού συναισθήματος και ενίοτε στον εκβιασμό της συναισθηματικής ψήφου. Δεν ερμηνεύει τη σύγχρονη πραγματικότητα, αναπαράγει εργαλεία και αντιλήψεις της Μεταπολίτευσης. Με αυτή την τακτική εγκλωβίζεται σε χαμηλά ποσοστά που του εξασφαλίζουν μια μικρή, ευέλικτη και πλήρως ελεγχόμενη κοινοβουλευτική παρουσία, χωρίς δυστυχώς, προοπτική διεύρυνσης.

Από κόμμα των μεγάλων λαϊκών μαζών, χωρίς πολιτικά τζάκια, με απροϋπόθετη απεύθυνση στους δημοκράτες πολίτες, κατέληξε σε ένα κλειστό σύστημα πολιτικών ομάδων, χωρίς κοινωνική απήχηση. Και αυτό ίσως είναι το πιο σαφές σημάδι ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά βαθιά πολιτικό.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’ 24 Μαρτίου 2026, σελ. 16

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

 Το σύνδρομο Goodbye Lenin της ελληνικής πολιτικής

 

Πριν από περίπου δύο δεκαετίες (2003), παρακολουθήσαμε στο σινεμά τη γερμανική κωμωδία «Goodbye Lenin». Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας από το Ανατολικό Βερολίνο, που πέφτει σε κώμα λίγο πριν την πτώση του Τείχους και ξυπνά μετά την επανένωση, έχοντας χάσει τις πολιτικές εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο, ο γιος της, για να την προστατεύσει από το σοκ των αλλαγών, προσπαθεί να αναπαραστήσει γύρω της την πραγματικότητα όπως την θυμόταν πριν πέσει σε κώμα.

Κάπως έτσι μοιάζει να λειτουργεί και το ελληνικό πολιτικό σύστημα: σκέφτεται, δρα, επιχειρηματολογεί και τελικά πολιτεύεται με όρους πρώιμης Μεταπολίτευσης. Προχωρά με τον τρόπο που είχε συνηθίσει και μιμείται τον γερμανό γιο της ασθενούς που ξύπνησε από το κώμα, ο οποίος προσποιείται πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Έτσι τα κόμματα μιλούν με γλώσσα που συγκινεί τους πολίτες της «γενιάς Πολυτεχνείου», σε μια εποχή που το κύριο σώμα των ψηφοφόρων έχει γεννηθεί μετά την Μεταπολίτευση.

Αυτή η τακτική, βολική για τους συμμετέχοντες στην πολιτική διαδικασία, καθώς θεωρείται δοκιμασμένη και αποδοτική, δεν φαίνεται να αγγίζει την κοινωνία. Έτσι, η πολιτική διαδικασία γίνεται «κλειστού στίβου» και θυμίζει ένα αθλητικό οικοσύστημα όπου μέσα στο γήπεδο οι αθλητές κάνουν ρεκόρ, οι θεατές χειροκροτούν και η κοινωνία ακούει τα αποτελέσματα, χωρίς απαραιτήτως να νιώθει ότι την αφορούν.

Κάπως έτσι εξελίσσονται και οι εσωκομματικές διαδικασίες, με πιο πρόσφατη εκείνη του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα που στη Μεταπολίτευση διακρίθηκε για την ανοιχτότητά του και την ικανότητά του να συγκεράζει διακριτές πολιτικές απόψεις, έχει μετατραπεί σε εκλογικό μηχανισμό με περιορισμένη απήχηση στην κοινωνία. Το ΠΑΣΟΚ, που είχε γείωση με την κοινωνία, που αναδείκνυε τα τοπικά στελέχη, που «ακουγόταν» και «φαινόταν» στον κόσμο, έκανε εσωκομματική διαδικασία για να θριαμβεύσουν ο νέος αλγόριθμος, οι μηχανισμοί μεταφοράς υποψηφίων και ψηφοφόρων και τελικά να ηττηθεί η εμπιστοσύνη και η αίσθηση προσβασιμότητας σε ένα κόμμα που στα πρώτα του χρόνια άνοιξε δρόμο συμμετοχής στους πολιτικά αποκλεισμένους.

Εδώ και περίπου 15 χρόνια, το ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να έχει επικαιροποιήσει τη σχέση του με την κοινωνία. Δεν μπορεί να εκφράσει τους κομματικά άστεγους πολίτες που νιώθουν ότι ανήκουν στη Δημοκρατική Παράταξη αφήνοντας ένα πολιτικό κενό που, στο σημερινό ρευστοποιημένο πολιτικό σύστημα, λειτουργεί ως σημαία ευκαιρίας για νέους σχηματισμούς.

Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι αν το ΠΑΣΟΚ επιθυμεί πραγματικά να διευρυνθεί πολιτικά ή αν θα αρκεστεί στις εκλογικές επιδόσεις που εξασφαλίζει η επίκληση της συναισθηματικής ψήφου, διατηρώντας ένα μικρό, ευέλικτο και πλήρως ελεγχόμενο σχήμα που εξασφαλίζει μεν κοινοβουλευτική παρουσία, αλλά αφήνει ακάλυπτο τον ευρύτερο χώρο της Δημοκρατικής Παράταξης. 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τρίτη 17 Μαρτίου 2026, σ.7