Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

 Η κρίση στρατηγικής της προοδευτικής παράταξης

 


Αν σήμερα ζητούσαμε από τους Γαλάτες να μας πουν πώς βλέπουν τα πράγματα, είμαι σίγουρη ότι θα απαντούσαν πως «έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μας». Κάπως έτσι μοιάζει να αισθάνεται στις μέρες μας η πλειονότητα των ανθρώπων. Σε μια περίοδο όπου οι σταθερές έχουν καταρρεύσει και τίποτε δεν θεωρείται πια δεδομένο, οι πολίτες νιώθουν σαστισμένοι, ανασφαλείς και συχνά ανήμποροι να αντιδράσουν.

Οι αιτίες είναι πολλές. Κατά τη γνώμη μου, όμως, η καθοριστικότερη είναι η παγκόσμια ανισοκατανομή του πλούτου. Βιώνουμε μια εποχή κατά την οποία ο πλούτος παράγεται με ταχύτερο ρυθμό από ποτέ. Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί ήδη νέα δεδομένα, καθώς αναδύεται ακόμη και η συζήτηση για έναν νέο τύπο δισεκατομμυριούχου, εκείνον με τη μονοπρόσωπη εταιρεία. Ωστόσο, η συσσώρευση αυτού του πλούτου γίνεται από έναν όλο και μικρότερο αριθμό ανθρώπων. Το αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων, της κοινωνικής ανασφάλειας και του αποκλεισμού.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο δημιουργείται το κενό που θα έπρεπε να καλύψει η πολιτική, δίνοντας απαντήσεις και προτείνοντας λύσεις. Τολμώ να πω ότι αυτός είναι και ο ιστορικός προορισμός των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, δηλαδή να διαμορφώσουν μια σύγχρονη ατζέντα ανακατανομής, κοινωνικής κινητικότητας και ουσιαστικής προστασίας των πιο αδύναμων πολιτών.

Δυστυχώς, όμως, σε αυτή τη φάση δεν φαίνεται να έχουν κατανοήσει σε βάθος τη νέα πραγματικότητα ούτε να μπορούν να προτείνουν λύσεις ικανές να κινητοποιήσουν τους πολίτες.

Σε πρόσφατη τοποθέτησή του, ο Αλέξης Τσίπρας, ξεπερνώντας τη διαίρεση Αριστεράς – Δεξιάς, έθεσε τα διλήμματα «στασιμότητα ή πρόοδος» και «διαφθορά ή εντιμότητα», παρουσιάζοντας παράλληλα ορισμένες προτάσεις ανακούφισης των πιο αδύναμων πολιτών. Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, αφού χαρακτήρισε τις προτάσεις αυτές ανεφάρμοστες, μίλησε επίσης για μέτρα διευκόλυνσης της μετακίνησης των νέων στα αστικά κέντρα.

Οι εικόνες αυτές δείχνουν, πιστεύω, και το μέγεθος του προβλήματος. Οι πολιτικοί της χώρας, αντί να προτείνουν δομικές αλλαγές, αναλώνονται είτε στην παροχολογία είτε στη διλημματική διάσταση του τρόπου διακυβέρνησης χωρίς όμως να προβάλλουν έναν καθαρό στόχο.

Σήμερα, ο στόχος θα έπρεπε να είναι η ανακατανομή του πλούτου. Διότι μόνο μέσα από μια πιο δίκαιη κατανομή των ευκαιριών, των πόρων και των ωφελειών της ανάπτυξης μπορεί να επιτευχθεί κοινωνική ειρήνη. Για να γίνει αυτό, οι ίδιες οι πολιτικές δυνάμεις πρέπει να αλλάξουν τακτική. Να σταματήσουν να μιλούν τη γλώσσα της Μεταπολίτευσης, μια γλώσσα που γνωρίζουν καλά, που όμως η κοινωνία πλέον αναγνωρίζει και, ηθελημένα, παραγνωρίζει.

Με αυτή την τακτική, κινδυνεύουν να συρρικνώσουν ακόμη περισσότερο την προοδευτική παράταξη. Όσο θα διαγκωνίζονται ανάμεσα στην παροχολογία και την ασυνεννοησία, τόσο οι ανορθολογικές δυνάμεις, που αμφισβητούν κάθε δυνατότητα πραγματικής αλλαγής και επενδύουν μόνο στην τιμωρία του πολιτικού συστήματος με όρους συναισθήματος, θα καρπώνονται την οργή, την απογοήτευση και θα συμβάλλουν στην συντηρητικοποίηση της κοινωνίας.

Και έτσι, αντί να ανοίγει ο δρόμος για μια νέα προοδευτική πρόταση, θα ρίχνουν νερό στον μύλο της συντήρησης.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026, σ.10

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Πέρα από την Αριστερά και τη Δεξιά



Αν αναζητούσε κάποιος μία λέξη για να περιγράψει τη σημερινή πολιτική κατάσταση της χώρας, αυτή θα ήταν η «ρευστότητα». Οι Ευρωεκλογές, η τελευταία εθνικού χαρακτήρα κάλπη, αποτύπωσαν με σαφήνεια την αποδυνάμωση των παραδοσιακών πολιτικών ισορροπιών και την αδυναμία σταθερής εκπροσώπησης ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών ακροατηρίων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, διαμορφώνονται πλέον οι συνθήκες για την αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων αλλά και για την εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών.

Επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε τη διάθεση των πολιτών και να προβλέψουμε τις πολιτικές εξελίξεις, εξακολουθούμε να βασιζόμαστε κυρίως στη διαίρεση Αριστεράς – Δεξιάς και στο πώς θα αναδιαταχθούν οι πολιτικές δυνάμεις μέσα σε αυτήν.

Στον χώρο της Δεξιάς η εικόνα εμφανίζεται σχετικά πιο σταθερή. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να κυριαρχεί πολιτικά, καταγράφοντας ωστόσο απώλειες προς τα δεξιά της. Την ίδια στιγμή επιχειρεί να διατηρήσει την υπεροχή της στους κεντρώους ψηφοφόρους, ώστε να εξασφαλίσει ασφαλή απόσταση από το δεύτερο κόμμα και να εισέλθει στις εκλογές με όρους πολιτικής κυριαρχίας.

Αντίθετα, στην αριστερή πλευρά της ιδεολογικής κλίμακας η εικόνα παραμένει περισσότερο ρευστή. Το ΠΑΣΟΚ, που τύχη αγαθή του έδωσε τρία χρόνια πολιτικής ελευθερίας να οικοδομήσει πολιτική ηγεμονία στο χώρο, δεν κατάφερε μέχρι στιγμής να υπερβεί τον εαυτό του και να μετατραπεί από κόμμα μνήμης σε κόμμα προοπτικής. Το κενό που άφησε η αδυναμία αυτή δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την επαναφορά του Αλέξη Τσίπρα σε ρόλο πρωταγωνιστή, με το δικό του πάντα πολιτικό φορτίο από την προηγούμενη διακυβέρνησή του.

Ιδανικά λοιπόν η επιδίωξη των μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων είναι η επικαιροποίηση της διαίρεσης Αριστερά – Δεξιά καθώς αυτή είναι γνωστή και εύκολα διαχειρίσιμη.

Όμως υπάρχει μια πιο σημαντική διαίρεση και την οποία η πολιτική τάξη της χώρας δεν προσεγγίζει. Είναι μεταξύ των ορθολογιστών πολιτών, εκείνων που αποδέχονται τους θεσμούς και τη δημοκρατία, και των αποστασιοποιημένων πολιτών που κατά τεκμήριο εκφράζουν δυσπιστία προς τους θεσμούς και νομιμοποιούν στη συνείδησή τους περιθωριακές συμπεριφορές.

Αυτή η διαίρεση αναδύθηκε στα χρόνια των Μνημονίων και δεν έχει γεφυρωθεί, αλλά έχει πλέον αποκτήσει διάσταση χωρίς ιδεολογικό πρόσημο και εκφράζεται από μικρότερα κόμματα που συμμετέχουν μεν στο όνομα της Δημοκρατίας στις εκλογικές διαδικασίες, τις απορρίπτουν δε στην πράξη με την κοινωνική και κοινοβουλευτική τους συμπεριφορά όταν έχουν εκπροσώπηση. 

Χωρίς αμφιβολία δεν είναι η πρώτη φορά που η κοινωνία βιώνει αδιέξοδο, απλώς είναι η πρώτη φορά που το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να βάλει πλαίσιο, να θέσει στόχο και να προτείνει τα μέσα για την αποφυγή του. Έτσι σήμερα γίνεται η διαχείριση μιας κοινωνίας σε αμηχανία και παραίτηση, με το τελευταίο να είναι και η πηγή των προβλημάτων μας.

Στο ερώτημα ποιος θα μπορούσε να φέρει ανατροπές και να κερδίσει τις εκλογές η απάντηση προφανής: εκείνος ή εκείνη που θα νοηματοδοτήσει ξανά τη ζωή μας.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τρίτη 2 Ιουνίου 2026, σελ. 14