Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

 Ελλάδα, τελικά, είναι μόνον η Αθήνα;

Αποτελεί πλέον παράδοση για τα πολιτικά πράγματα της χώρας η πολιτική χρονιά να ξεκινά τον Σεπτέμβριο. Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για μακρινή συνήθεια που έμεινε από το Βυζάντιο, όταν η αρχή της Ινδίκτου σηματοδοτούσε την έναρξη του νέου διοικητικού έτους, ή αν απλώς εναρμονίζεται με την κοινωνία, η οποία επιστρέφει στους συνήθεις ρυθμούς της με την έναρξη της σχολικής χρονιάς.

Όπως και να έχει, τα «μπάνια του λαού» γίνονται κάθε Σεπτέμβριο ανάμνηση και η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης σηματοδοτεί την επανεκκίνηση της πολιτικής αντιπαράθεσης. Φέτος με δεδομένο ότι αυτή είναι η τελευταία ΔΕΘ πριν από τις εκλογές, έχει γίνει υπερεπένδυση προσδοκιών. Η μεν κυβέρνηση υπολογίζει να βρει την ευκαιρία που χρειάζεται για να αναστρέψει το δύσκολο για εκείνη πολιτικό κλίμα, τα δε κόμματα της αντιπολίτευσης πιστεύουν ότι θα έχουν το θεσμικό βήμα να παρουσιάσουν τη δική τους πλατφόρμα και να πάρουν «εκλογικούς πόντους».

Η πραγματικότητα, όμως, πιθανότατα θα εξελιχθεί όπως κάθε χρόνο, ίσως με λίγο οξύτερους τόνους. Για περίπου δέκα ημέρες, το «κράτος των Αθηνών» θα μετακομίσει στη συμπρωτεύουσα. Θα κατακλύσει τα καταστήματα εστίασης, θα δώσει ακόμη μία ανάσα στα ξενοδοχεία και θα ενισχύσει τη νυχτερινή ζωή της πόλης, τώρα που τα Μνημόνια τελείωσαν και επιστρέψαμε στην πολιτική κανονικότητα.

Στο περιθώριο όλων αυτών θα γίνουν και οι εθιμοτυπικές συναντήσεις με τους θεσμικούς παράγοντες και τους κοινωνικούς εταίρους και κάθε κομματικό επιτελείο θα φύγει νιώθοντας πως εκπλήρωσε το χρέος του. Ύστερα, τα φώτα θα σβήσουν και θα τα ξαναπούμε «του χρόνου».

Για ακόμη μία φορά, όμως, κινδυνεύουμε να μην αγγίξουμε την ουσία. Να μη μιλήσουμε για τις πραγματικές ανάγκες της βόρειας Ελλάδας, ούτε για τις προοπτικές που μπορούν να διαμορφωθούν. Θα παρουσιαστεί ένα ακόμη «πακέτο παροχών», χωρίς να ανοίξει ουσιαστική συζήτηση για την ανάπτυξη, τις υποδομές, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη θέση της περιοχής στον νέο οικονομικό και γεωπολιτικό χάρτη. Οι ανησυχίες των πολιτών, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια θα επιχειρηθεί να κατευναστούν προσωρινά με εξαγγελίες. Τα τοπικά μέσα ενημέρωσης θα βρεθούν για λίγες ημέρες στο κέντρο του ενδιαφέροντος, φιλοξενώντας συνεντεύξεις πολιτικών προσώπων, και οι Βορειοελλαδίτες θα συνεχίσουν τη ζωή τους με τις βεβαιότητες που δημιουργεί ο «πολιτικός αποκλεισμός» από τα κέντρα αποφάσεων, γεγονός που καθορίζει την εκλογική τους συμπεριφορά, αλλά ως τώρα μας προβληματίζει μόνο το βράδυ των εκλογών.

Χωρίς αμφιβολία, η χώρα κυβερνάται σήμερα από ανθρώπους που προτάσσουν τη διαχειριστική τους ικανότητα ως προσόν και αποφεύγουν να δείξουν, εάν έχουν, την πολιτική τους στόχευση για τη χώρα. Χωρίς όραμα και αφήγηση για το μέλλον, περιορίζονται στη συντήρηση της υφιστάμενης κατάστασης. Τη συντήρηση ενός μοντέλου όπου η εγγύτητα αποτελεί συχνά όρο επιβίωσης: εγγύτητα στην κυβέρνηση, στα κόμματα, στα κέντρα εξουσίας, στα οικονομικά συμφέροντα. Μια πρακτική που ενισχύει το αθηνοκεντρικό μοντέλο και παράγει προσώρας εκλογικές διαιρέσεις ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Η αιτία προφανής: το πολιτικό σύστημα επιβιώνει ευκολότερα μέσα σε ένα συγκεντρωτικό και μονοδιάστατο μοντέλο. Οι πολλές διαστάσεις, οι ισχυρές περιφέρειες και τα περισσότερα κέντρα λήψης αποφάσεων περιορίζουν τον έλεγχο και επιβάλλουν πραγματική λογοδοσία. Άλλωστε, αυτό μάθαμε τόσα χρόνια, αυτό θα διατηρήσουμε: «Εμάς ξέρετε, εμάς εμπιστεύεστε».

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026, σελ. 13

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

 Η συνεργασία ως αντίβαρο στην εξουσία

 


Πριν από μερικά χρόνια, στο πλαίσιο συζήτησης για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας, ο πρέσβης σκανδιναβικού κράτους με ρώτησε για ποιο λόγο οι πολιτικές συνεργασίες αποτελούν στην Ελλάδα την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

Ύστερα από μια σύντομη περιγραφή των ιστορικών συνθηκών, κατέληξα στη νοοτροπία που έχει καλλιεργήσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Διευκρίνισα ότι οι πολιτικοί αρχηγοί, τη στιγμή που μιλούσαμε, είχαν κατά τεκμήριο αποφοιτήσει από το σχολείο τον προηγούμενο αιώνα και είχαν διαπαιδαγωγηθεί με την λογική του "αἰὲν ριστεύειν". Μια αρχή που σημαίνει τη διαρκή προσπάθεια να είσαι ο καλύτερος και να ξεπερνάς τον εαυτό σου, αλλά συχνά ερμηνεύτηκε ως την ανάγκη να υπερέχεις των άλλων.

Τα χρόνια πέρασαν, η Ελλάδα δεν βρίσκεται πια στο μάτι του κυκλώνα, δεν απειλεί τη σταθερότητα της ευρωζώνης και δεν απασχολεί καθημερινά τα διεθνή μέσα και τις αγορές. Είναι μια χώρα που προσπαθεί να λειτουργήσει μέσα σε ένα σύνθετο και πολυπαραγοντικό διεθνές περιβάλλον.

Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έμαθε από την κρίση, άλλαξε νοοτροπία. Αναθεώρησε τη στάση του απέναντι στην κατανάλωση, στον δανεισμό και στην οικονομική ασφάλεια. Οι πολιτικοί μας, όμως, δεν ακολούθησαν το χρόνο. Εξακολουθούν να κινούνται με τη λογική της πρώιμης Μεταπολίτευσης και του ισχυρού δικομματισμού.

Στις συνθήκες εκείνες κάθε κυβέρνηση ένιωθε την πίεση μιας αντιπολίτευσης που μπορούσε πράγματι να την αντικαταστήσει. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος είχε μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, ενώ η πιθανότητα εναλλαγής στην εξουσία λειτουργούσε ως παράγοντας αυτοσυγκράτησης ή έστω τήρησης των προσχημάτων, σε ένα περιβάλλον που οι πολίτες είχαν ισχυρό ενδιαφέρον για την πολιτική.

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει, η συγκυρία εμφανίζει χαρακτηριστικά συστήματος κυρίαρχου κόμματος, όπου ένα κόμμα κυβερνά για μεγάλο χρονικό διάστημα, κερδίζοντας πολλαπλές εκλογές, και η αντιπολίτευση δεν δείχνει να έχει ουσιαστικές πιθανότητες να ανέλθει στην εξουσία. Σε αυτή την πραγματικότητα, που συνεπικουρείται από τη χαμηλή διάθεση της κοινωνίας να ασχοληθεί με τα κοινά, η κυβερνητική εξουσία εμφανίζει αντίσταση στους θεσμικούς περιορισμούς και συχνά υποβαθμίζει τη σημασία του κοινοβουλευτικού ελέγχου, αντλώντας δύναμη από την κατακερματισμένη αντιπολίτευση.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης πολιτεύονται χωρίς φαντασία και διεκδικούν την ψήφο μας με μόνο στόχο την πρωτιά και την αποκλειστικότητα στη διακυβέρνηση, τη στιγμή που η πολιτική ρευστότητα υπαγορεύει διαφορετικούς ελιγμούς. Η ρητορική «ή εμείς ή το χάος» είναι πια ξεπερασμένη. Σήμερα η συνεργασία δεν πρέπει να θεωρείται ένδειξη αδυναμίας, υποχώρησης ή συμβιβασμού με τον ισχυρό. Η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση συνεργασίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην παραίτηση από τις αρχές ενός κόμματος. Ας ανανοηματοδοτήσουμε την έννοια της συνεργασίας και ας τονίσουμε ότι η εποχή επιβάλλει τη συμμετοχή σε μια κυβέρνηση συνεργασίας ως μηχανισμό ελέγχου της εξουσίας από μέσα και ως εγγύηση μεγαλύτερης λογοδοσίας.

Η συνεργασία δεν είναι πολιτική ήττα. Είναι τρόπος να περιοριστεί η αυθαιρεσία της εξουσίας, να διευρυνθεί η αντιπροσώπευση και να καθιερωθεί η λογοδοσία. Ενδέχεται σήμερα η πολιτική υπεροχή να μη μετριέται από το ποιος μπορεί να κυβερνήσει μόνος του, αλλά από το ποιος μπορεί να συνεργαστεί χωρίς να χάσει τις αρχές του. Άλλωστε ο φόβος του παρόντα φυλάει καλύτερα τα έρμα!

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026, σελ. 14

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Ποιος θα μιλήσει για την Ελλάδα του 2050;


    Η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, απροετοίμαστη για ακόμη μία φορά να συζητήσει όσα πραγματικά θα καθορίσουν το μέλλον της. Σε μια εποχή κατά την οποία, αν ήμασταν Γαλάτες, θα λέγαμε ότι ο ουρανός έχει ήδη πέσει στο κεφάλι μας, συνεχίζουμε το business as usual. Οι έντονες ανακατατάξεις, η αβεβαιότητα, οι κοινωνικές πιέσεις και οι τεχνολογικές αλλαγές διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον, απέναντι στο οποίο το πολιτικό σύστημα αποφεύγει να τοποθετηθεί με σαφήνεια.

    Ζούμε σε μια περίοδο μετάβασης, όπου η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει τις εξελίξεις. Κάποιοι την παρομοιάζουν με τον Μεσοπόλεμο. Νομίζω ότι θυμίζει περισσότερο τη Βιομηχανική Επανάσταση: μια εποχή που δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο παραγωγής και κατανομής του πλούτου, αλλά και όσα οι κοινωνίες θεωρούσαν σημαντικά. Η εργασία, η παραγωγικότητα, η γνώση και η κατοχή της τεχνολογίας απέκτησαν νέο βάρος και έδωσαν διαφορετικό νόημα στην πρόοδο και στην ατομική επιτυχία.

    Σήμερα, οι πολίτες νιώθουν ανυπεράσπιστοι μπροστά στο άγνωστο. Η αδυναμία να φανταστούμε το μέλλον με όρους προόδου και εξέλιξης έχει καλλιεργήσει μια διάχυτη αίσθηση ματαιότητας και παραίτησης. Έχει εδραιωθεί η πεποίθηση ότι η επόμενη γενιά θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη και δε φαίνεται να γίνεται συστηματική προσπάθεια να το ανατρέψουμε.

    Η τρέχουσα πολιτική συζήτηση δεν αφορά την Ελλάδα του 2050. Δεν θέτει στόχους, δεν περιγράφει ποια χώρα θέλουμε να έχουμε, ούτε εξηγεί πώς θα αυξηθεί ο παραγόμενος πλούτος. Αντίθετα, αναλώνεται κυρίως σε δύο πεδία: στην αναδιανομή του υπάρχοντος πλούτου με όρους μιζέριας και στην εκλογική αριθμητική.

    Το πρώτο πεδίο είναι η παροχολογία, στη λογική του «Τόσα δίνω, πόσα θες;». Δέκατη τρίτη σύνταξη, επιδόματα, δωρεάν μετακινήσεις και άλλες εξαγγελίες που μπορεί να είναι αναγκαίες ή δίκαιες αλλά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: πώς θα αυξηθεί το ΑΕΠ, ώστε να υπάρχουν περισσότερα ταμειακά διαθέσιμα για ουσιαστική και διατηρήσιμη αναδιανομή; Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η κοινωνική πολιτική, αλλά οι παροχές που παρουσιάζονται ως υποκατάστατο ενός σχεδίου ανάπτυξης.

    Το δεύτερο πεδίο είναι οι εκλογικές επιδόσεις των κομμάτων. Τα κόμματα, με χαρτί και μολύβι, αναζητούν τον συνδυασμό που θα τους εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή θέση την επομένη των εκλογών. Όλα αυτά στο όνομα της εκλογικής επιβίωσης και όχι της θωράκισης της χώρας απέναντι στις αλλαγές που έχουν ήδη δρομολογηθεί.

    Η πραγματική συζήτηση θα έπρεπε να αφορά στο παραγωγικό μοντέλο, στην επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία, τη δημογραφική συρρίκνωση, την εκπαίδευση, την ενεργειακή ασφάλεια και τη θέση της χώρας στον νέο διεθνή καταμερισμό ισχύος.

    Το πραγματικό ερώτημα των επόμενων εκλογών δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει μετά την κάλπη. Είναι ποια Ελλάδα θα υπάρχει το 2050 και αν θα έχουμε αρχίσει να την οικοδομούμε.

    Ενδέχεται όμως να έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν! Οψόμεθα!

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026, σ.12  

 

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

 Η κρίση στρατηγικής της προοδευτικής παράταξης

 


Αν σήμερα ζητούσαμε από τους Γαλάτες να μας πουν πώς βλέπουν τα πράγματα, είμαι σίγουρη ότι θα απαντούσαν πως «έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μας». Κάπως έτσι μοιάζει να αισθάνεται στις μέρες μας η πλειονότητα των ανθρώπων. Σε μια περίοδο όπου οι σταθερές έχουν καταρρεύσει και τίποτε δεν θεωρείται πια δεδομένο, οι πολίτες νιώθουν σαστισμένοι, ανασφαλείς και συχνά ανήμποροι να αντιδράσουν.

Οι αιτίες είναι πολλές. Κατά τη γνώμη μου, όμως, η καθοριστικότερη είναι η παγκόσμια ανισοκατανομή του πλούτου. Βιώνουμε μια εποχή κατά την οποία ο πλούτος παράγεται με ταχύτερο ρυθμό από ποτέ. Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί ήδη νέα δεδομένα, καθώς αναδύεται ακόμη και η συζήτηση για έναν νέο τύπο δισεκατομμυριούχου, εκείνον με τη μονοπρόσωπη εταιρεία. Ωστόσο, η συσσώρευση αυτού του πλούτου γίνεται από έναν όλο και μικρότερο αριθμό ανθρώπων. Το αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων, της κοινωνικής ανασφάλειας και του αποκλεισμού.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο δημιουργείται το κενό που θα έπρεπε να καλύψει η πολιτική, δίνοντας απαντήσεις και προτείνοντας λύσεις. Τολμώ να πω ότι αυτός είναι και ο ιστορικός προορισμός των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, δηλαδή να διαμορφώσουν μια σύγχρονη ατζέντα ανακατανομής, κοινωνικής κινητικότητας και ουσιαστικής προστασίας των πιο αδύναμων πολιτών.

Δυστυχώς, όμως, σε αυτή τη φάση δεν φαίνεται να έχουν κατανοήσει σε βάθος τη νέα πραγματικότητα ούτε να μπορούν να προτείνουν λύσεις ικανές να κινητοποιήσουν τους πολίτες.

Σε πρόσφατη τοποθέτησή του, ο Αλέξης Τσίπρας, ξεπερνώντας τη διαίρεση Αριστεράς – Δεξιάς, έθεσε τα διλήμματα «στασιμότητα ή πρόοδος» και «διαφθορά ή εντιμότητα», παρουσιάζοντας παράλληλα ορισμένες προτάσεις ανακούφισης των πιο αδύναμων πολιτών. Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, αφού χαρακτήρισε τις προτάσεις αυτές ανεφάρμοστες, μίλησε επίσης για μέτρα διευκόλυνσης της μετακίνησης των νέων στα αστικά κέντρα.

Οι εικόνες αυτές δείχνουν, πιστεύω, και το μέγεθος του προβλήματος. Οι πολιτικοί της χώρας, αντί να προτείνουν δομικές αλλαγές, αναλώνονται είτε στην παροχολογία είτε στη διλημματική διάσταση του τρόπου διακυβέρνησης χωρίς όμως να προβάλλουν έναν καθαρό στόχο.

Σήμερα, ο στόχος θα έπρεπε να είναι η ανακατανομή του πλούτου. Διότι μόνο μέσα από μια πιο δίκαιη κατανομή των ευκαιριών, των πόρων και των ωφελειών της ανάπτυξης μπορεί να επιτευχθεί κοινωνική ειρήνη. Για να γίνει αυτό, οι ίδιες οι πολιτικές δυνάμεις πρέπει να αλλάξουν τακτική. Να σταματήσουν να μιλούν τη γλώσσα της Μεταπολίτευσης, μια γλώσσα που γνωρίζουν καλά, που όμως η κοινωνία πλέον αναγνωρίζει και, ηθελημένα, παραγνωρίζει.

Με αυτή την τακτική, κινδυνεύουν να συρρικνώσουν ακόμη περισσότερο την προοδευτική παράταξη. Όσο θα διαγκωνίζονται ανάμεσα στην παροχολογία και την ασυνεννοησία, τόσο οι ανορθολογικές δυνάμεις, που αμφισβητούν κάθε δυνατότητα πραγματικής αλλαγής και επενδύουν μόνο στην τιμωρία του πολιτικού συστήματος με όρους συναισθήματος, θα καρπώνονται την οργή, την απογοήτευση και θα συμβάλλουν στην συντηρητικοποίηση της κοινωνίας.

Και έτσι, αντί να ανοίγει ο δρόμος για μια νέα προοδευτική πρόταση, θα ρίχνουν νερό στον μύλο της συντήρησης.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026, σ.10

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Πέρα από την Αριστερά και τη Δεξιά



Αν αναζητούσε κάποιος μία λέξη για να περιγράψει τη σημερινή πολιτική κατάσταση της χώρας, αυτή θα ήταν η «ρευστότητα». Οι Ευρωεκλογές, η τελευταία εθνικού χαρακτήρα κάλπη, αποτύπωσαν με σαφήνεια την αποδυνάμωση των παραδοσιακών πολιτικών ισορροπιών και την αδυναμία σταθερής εκπροσώπησης ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών ακροατηρίων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, διαμορφώνονται πλέον οι συνθήκες για την αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων αλλά και για την εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών.

Επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε τη διάθεση των πολιτών και να προβλέψουμε τις πολιτικές εξελίξεις, εξακολουθούμε να βασιζόμαστε κυρίως στη διαίρεση Αριστεράς – Δεξιάς και στο πώς θα αναδιαταχθούν οι πολιτικές δυνάμεις μέσα σε αυτήν.

Στον χώρο της Δεξιάς η εικόνα εμφανίζεται σχετικά πιο σταθερή. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να κυριαρχεί πολιτικά, καταγράφοντας ωστόσο απώλειες προς τα δεξιά της. Την ίδια στιγμή επιχειρεί να διατηρήσει την υπεροχή της στους κεντρώους ψηφοφόρους, ώστε να εξασφαλίσει ασφαλή απόσταση από το δεύτερο κόμμα και να εισέλθει στις εκλογές με όρους πολιτικής κυριαρχίας.

Αντίθετα, στην αριστερή πλευρά της ιδεολογικής κλίμακας η εικόνα παραμένει περισσότερο ρευστή. Το ΠΑΣΟΚ, που τύχη αγαθή του έδωσε τρία χρόνια πολιτικής ελευθερίας να οικοδομήσει πολιτική ηγεμονία στο χώρο, δεν κατάφερε μέχρι στιγμής να υπερβεί τον εαυτό του και να μετατραπεί από κόμμα μνήμης σε κόμμα προοπτικής. Το κενό που άφησε η αδυναμία αυτή δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την επαναφορά του Αλέξη Τσίπρα σε ρόλο πρωταγωνιστή, με το δικό του πάντα πολιτικό φορτίο από την προηγούμενη διακυβέρνησή του.

Ιδανικά λοιπόν η επιδίωξη των μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων είναι η επικαιροποίηση της διαίρεσης Αριστερά – Δεξιά καθώς αυτή είναι γνωστή και εύκολα διαχειρίσιμη.

Όμως υπάρχει μια πιο σημαντική διαίρεση και την οποία η πολιτική τάξη της χώρας δεν προσεγγίζει. Είναι μεταξύ των ορθολογιστών πολιτών, εκείνων που αποδέχονται τους θεσμούς και τη δημοκρατία, και των αποστασιοποιημένων πολιτών που κατά τεκμήριο εκφράζουν δυσπιστία προς τους θεσμούς και νομιμοποιούν στη συνείδησή τους περιθωριακές συμπεριφορές.

Αυτή η διαίρεση αναδύθηκε στα χρόνια των Μνημονίων και δεν έχει γεφυρωθεί, αλλά έχει πλέον αποκτήσει διάσταση χωρίς ιδεολογικό πρόσημο και εκφράζεται από μικρότερα κόμματα που συμμετέχουν μεν στο όνομα της Δημοκρατίας στις εκλογικές διαδικασίες, τις απορρίπτουν δε στην πράξη με την κοινωνική και κοινοβουλευτική τους συμπεριφορά όταν έχουν εκπροσώπηση. 

Χωρίς αμφιβολία δεν είναι η πρώτη φορά που η κοινωνία βιώνει αδιέξοδο, απλώς είναι η πρώτη φορά που το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να βάλει πλαίσιο, να θέσει στόχο και να προτείνει τα μέσα για την αποφυγή του. Έτσι σήμερα γίνεται η διαχείριση μιας κοινωνίας σε αμηχανία και παραίτηση, με το τελευταίο να είναι και η πηγή των προβλημάτων μας.

Στο ερώτημα ποιος θα μπορούσε να φέρει ανατροπές και να κερδίσει τις εκλογές η απάντηση προφανής: εκείνος ή εκείνη που θα νοηματοδοτήσει ξανά τη ζωή μας.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τρίτη 2 Ιουνίου 2026, σελ. 14

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

 Η δεξιά μεσοτοιχία και το ρήγμα του Βορρά


Η υποχώρηση της έντασης ισχύος της ιδεολογίας έχει τα τελευταία χρόνια ανανοηματοδοτήσει την έννοια της πολιτικής. Πρακτικές που θεωρούνταν αυτονόητες υποχώρησαν, νέες αναδείχθηκαν και άλλες επιβιώνουν περισσότερο ως πολιτική παράδοση παρά ως ζωντανή διαδικασία. Κάπως έτσι εξελίσσονται πλέον τα κομματικά συνέδρια, μακριά από την κοινωνία, σε έναν κομματικό μικρόκοσμο όπου κάθε τοποθέτηση μεγεθύνεται για τη διασφάλιση ρόλων, αξιωμάτων και μελλοντικής πολιτικής επιβίωσης.

Στο πρόσφατο Συνέδριο της ΝΔ παρακολουθήσαμε μια διαδικασία που επιχείρησε να εκπέμψει προς την κοινωνία την εικόνα μιας παράταξης με ενεργούς θεσμούς, εσωτερική συνοχή και εκλογική ετοιμότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, το συνέδριο εξυπηρέτησε πολύ διαφορετικές ανάγκες.

Τα απλά μέλη δήλωσαν κομματικό πατριωτισμό. Οι επίδοξοι διάδοχοι του Κυριάκου Μητσοτάκη φρόντισαν να καταγράψουν δημόσια τις επιφυλάξεις και τις διαφοροποιήσεις τους, ώστε σε μελλοντικό χρόνο να μπορούν να ισχυριστούν ότι «τα είχαν πει». Διότι στην πολιτική, όταν κάποιος δεν δικαιωθεί, κανείς δεν θυμάται τι είχε υποστηρίξει. Και βέβαια υπήρξε και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός τού «δεν είναι αυτό που νομίζετε», που επιχείρησε να εμφανιστεί δεκτικός στην κριτική, δηλώνοντας ότι και ο ίδιος θυμώνει με την ακρίβεια, υπονοώντας ότι «του αρέσουν οι παρατηρήσεις γιατί διορθώνεται».

Σε αυτό το πλαίσιο ακουστήκαν με ιδιαίτερη ένταση οι αγωνίες των στελεχών για τις αρχές και τις αξίες της ΝΔ, το ήθος και το DNA της παράταξης, καθώς και οι φόβοι για το ενδεχόμενο «κυβερνητικού ιδρυματισμού». Αυτές οι ανησυχίες καταγράφουν την πραγματικότητα που η κυβέρνηση επιλέγει να αγνοεί διότι εστιάζει την ανάλυσή της στη μεγάλη εικόνα των δημοσκοπήσεων όπου βλέπει μόνον την πρωτιά της ΝΔ και τη διαφορά της με το δεύτερο κόμμα. Επιλέγοντας τη βολική αυτή ανάγνωση, υποβαθμίζει την ουσιαστική εκλογική απειλή που είναι οι απώλειες προς τα δεξιά της. Εκεί όπου εντοπίζονται οι όμοροι ιδεολογικοί χώροι που αντλούν δύναμη από παραδοσιακούς ψηφοφόρους της ΝΔ, οι οποίοι απομακρύνθηκαν μετά την κεντρώα στροφή του 2019.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να επιλέγει να υποβαθμίζει την πολιτική κινητικότητα που αναπτύσσεται στη δεξιά «μεσοτοιχία», αυτό όμως δεν την αναιρεί. Το πρόβλημα αυτό φαίνεται να έχει και γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Ο εσωτερικός διχασμός στον χώρο της Δεξιάς θα μπορούσε να τιτλοφορείται ως «Βόρειοι και Νότιοι». Κόμματα με έδρα τη Θεσσαλονίκη και ατζέντα λαϊκή, συντηρητική και συχνά αναχρονιστική, παγιώνουν την πολιτική και πολιτισμική μετατόπιση της πόλης από πόλη εξωστρεφή και κοσμοπολίτισσα σε επαρχιακή μεγαλούπολη του Βορρά με αισθητική που παραπέμπει σε προηγούμενες δεκαετίες. Μια κουλτούρα που όσο παρήγε βολικά εκλογικά αποτελέσματα συντηρείτο στο όνομα της «παράδοσης» και της «αυθεντικότητας».

Σήμερα όμως η αντιμετώπιση της Βόρειας Ελλάδας ως εκλογικού μηχανισμού και λιγότερο ως πεδίου ουσιαστικής ανάπτυξης, θεσμικής ενίσχυσης και στρατηγικού σχεδιασμού όπου επιδιώκαμε συστηματικά τη διέγερση του θυμικού των πολιτών (βλέπε Μακεδονικό), αφήνοντας χώρο σε αλλότρια κέντρα επιρροής να αποκτήσουν παρουσία με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, επιστρέφει ως πολιτικό κόστος. Οι βουλευτές το βιώνουν και δε μπορούν να το αποτρέψουν, το Μαξίμου ακούει;

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 21 Μαΐου 2026, σ. 14

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

 Η επίπλαστη εικόνα μιας (προσωρινής) εκεχειρίας

 


Η πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν η ωραία ατμόσφαιρα που επιχειρήθηκε να προβληθεί προς την κοινή γνώμη, ούτε μια ουσιαστική διαδικασία αυτοκριτικής για να εμπεδωθεί το γνωστό «μου αρέσουν οι παρατηρήσεις, διορθώνομαι» όπως ο Πρωθυπουργός σημείωνε μετά και την επιστολή των πέντε βουλευτών της ΝΔ (ΤΑ ΝΕΑ, 28/4/2026) .

Ήταν, αντίθετα, μία από τις ελάχιστες συνεδριάσεις της Κ.Ο. που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της κυβερνητικής θητείας και, όπως συχνά συμβαίνει, οι συνεδριάσεις των Κοινοβουλευτικών Ομάδων γίνονται πιο δύσκολες όταν έχει ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για μια κυβέρνηση.

Έτσι στη συνεδρίαση αυτή παρατηρήσαμε ότι το ένα τρίτο σχεδόν των βουλευτών πήρε το λόγο και εξέφρασε τις απόψεις του. Κάποιοι κατέθεσαν τις αυθεντικές ανησυχίες τους, άλλοι διατύπωσαν τις προσωπικές τους επιδιώξεις, οι πιο θερμόαιμοι επετέθησαν ακόμη και στους θεσμούς που θεωρούν ενοχλητικούς (λ.χ. Ευρωπαϊκή Εισαγγελία), ενώ ορισμένοι θέλησαν να προβληθούν ως θεματοφύλακες και «πρωθυπουργικότεροι του πρωθυπουργού», επιχειρώντας να οριοθετήσουν τα στρατόπεδα και ίσως να χαράξουν τη διαχωριστική γραμμή για τις εκλογές με το βλέμμα στην επόμενη μέρα.

Σε αυτή τη συνεδρίαση έγινε προσπάθεια άμβλυνσης των εντάσεων εν όψει εκλογών, προκειμένου οι βουλευτές να πάψουν να αποτελούν πονοκέφαλο για την κυβέρνηση που έχει ανοιχτά μέτωπα με την κοινωνία.

Δεν έγινε ουσιαστική συζήτηση ούτε για τον αποδυναμωμένο ρόλο του βουλευτή, ούτε για τη λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ούτε για την ποιότητα της κοινοβουλευτικής λειτουργίας συνολικά. Η συνεδρίαση λειτούργησε κυρίως ως μηχανισμός προσωρινής εκεχειρίας και τακτοποίησης ανοιχτών λογαριασμών.

Όλοι, ελεγχόμενοι και μη, διασφάλισαν τη συμμετοχή τους στα ψηφοδέλτια, με την επίκληση από τον Πρωθυπουργό του τεκμηρίου της αθωότητας (δικαίως ενδεχομένως) και άπαντες εκλήθησαν να «ιδρώσουν τη φανέλα» παίρνοντας εντολή να πέσουν στην αρένα της εκλογικής μάχης για την υπέρ πάντων τρίτη τετραετία. Με οπαδικού τύπου προσέγγιση επιβλήθηκε σιωπητήριο, η πολιτική υποχώρησε μπροστά στην ανάγκη κομματικής συσπείρωσης και ο πρωθυπουργός εξασφάλισε αυτό που επιδίωκε περισσότερο: μια προσωρινή εσωτερική ειρήνη ώστε να διαχειριστεί τη διογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια.

Αυτή η δυσαρέσκεια δεν προκύπτει μόνον από τη ζοφερή καθημερινότητα των πολιτών. Αφορά υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και οι υποκλοπές, που προκαλούν την κοινωνική αντίδραση καθώς ακουμπούν θέματα θεσμών και πολιτικής ηθικής.

Η κυβέρνηση επικαλείται πολιτική υπεροπλία διαβάζοντας τους αριθμούς των δημοσκοπήσεων και δημιουργεί εντυπώσεις, κατά βάθος όμως γνωρίζει πως μόλις ένας στους πέντε ψηφοφόρους εγκρίνει τις πολιτικές της, ενώ όλοι οι άλλοι είναι απέναντι. Σε μια συνθήκη απόλυτης ρευστότητας και καθώς στην πολιτική δεν υπάρχουν αδιέξοδα, δε θα αργήσει ο χρόνος που η κοινωνική δυσαρέσκεια θα βρει την πολιτική της έκφραση. Τότε η πραγματικότητα ενδέχεται να αποδομήσει τα εκβιαστικά διλήμματα της δήθεν σταθερότητας.

 

Δημοσίευση: ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο, 9 Μαΐου 2026, σ. 47

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

 Η αυταπάτη του αναντικατάστατου


 
               Οι κοινωνικές συνθήκες υπό τις οποίες εξελέγη η κυβέρνηση της ΝΔ το 2019 θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμη και ιδανικές. Η χώρα είχε βγει από την μνημονιακή φάση δημοσιονομικά δυνατότερη και κοινωνικά πιο ανθεκτική στις αλλαγές. Στην πλειοψηφία τους, οι πολίτες, ακόμη και όσοι δεν αποδέχονταν τη μνημονιακή πραγματικότητα, είχαν συνειδητοποιήσει ότι το σοκ της χρεοκοπίας μπορούσε να λειτουργήσει λυτρωτικά: ως αφετηρία για μια επανεκκίνηση και ως ευκαιρία να διορθωθούν στρεβλώσεις δεκαετιών.

               Η κοινωνία δεν ήταν απλώς έτοιμη, ζητούσε αλλαγές. Η κυβέρνηση του 2019 ήταν η πρώτη αυτοδύναμη έπειτα από δέκα χρόνια. Ο κ. Μητσοτάκης κυριάρχησε πολιτικά με μια θετική πρόταση, να μετατρέψει την Ελλάδα σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, όπου οι αυτονόητες παροχές προς τους πολίτες δεν θα ήταν θέμα συζήτησης. Έδωσε την εντύπωση ότι είχε απορρίψει τις πολιτικές πρακτικές του παρελθόντος, ότι θα πολιτευόταν χωρίς ιδεοληψίες και στεγανά, ότι θα λειτουργούσε με κανόνες, αξιοκρατία και θεσμικότητα. Σε αυτό το αφήγημα, εγγύηση για ένα διαφορετικό «πολιτεύεσθαι» ήταν η εικόνα του κοσμοπολίτη, σύγχρονου, δυτικοτραφούς ηγέτη που εξέπεμπε.

               Τα χρόνια που ακολούθησαν, διέψευσαν τις προσδοκίες. Τα «έργα και οι ημέρες» της διακυβέρνησης είναι πλέον γνωστά και αναδεικνύουν την αδυναμία υπέρβασης βαθιά ριζωμένων πολιτικών πρακτικών. Η κυβέρνηση δεν κατάφερε να αποκοπεί ουσιαστικά από τις παραδοσιακές λογικές της παράταξης ούτε να διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό ύφος που να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές απαιτήσεις.

               Η πρόσφατη υπόθεση Λαζαρίδη έρχεται να επιβεβαιώσει ακριβώς αυτό: την επιμονή σε μια πολιτική νοοτροπία που οι πολίτες αποστρέφονται. Το ζήτημα έχει δύο διαστάσεις, την τυπική και τη συμβολική.

               Σε τυπικό επίπεδο, έχουμε έναν άνθρωπο χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα να προσλαμβάνεται σε μια θέση που απαιτούσε πτυχίο, στη χώρα που η απόκτηση πανεπιστημιακού τίτλου ήταν για δεκαετίες το ελληνικό όνειρο και ισοδυναμούσε με εισιτήριο κοινωνικής ανόδου. Και μάλιστα σε μία συγκυρία όπου «παλεύουμε» για την επιστροφή των παιδιών της μεσαίας τάξης που ξενιτευτήκαν για να αναδείξουν τις δυνατότητες τους, διότι δεν άντεχαν τη χώρα όπου πιο εύκολα προχωράς με τρόπο και όχι με κόπο.

               Η δεύτερη διάσταση και ίσως σημαντικότερη, αφορά στο συμβολισμό. Ο κ. Λαζαρίδης είναι ένας άνθρωπος που είπε ψέματα για τα προσόντα του για να προσληφθεί στο δημόσιο και που τόσα χρόνια μετά δεν αντιλαμβάνεται το ατόπημά του και υπερασπίζεται τις θέσεις του με την οίηση του ημιμαθούς που καμαρώνει σαν διάνος και πιστεύει ότι είναι αλάθητος και αναντικατάστατος. Με την αλαζονεία του καλλιεργεί την αίσθηση μιας εξουσίας αποκομμένης από την κοινωνία. Μιας εξουσίας που θεωρεί τον εαυτό της υπεράνω ελέγχου και τους πολίτες υποχρεωμένους να αποδέχονται άκριτα τις επιλογές της.

               Αυτό είναι και το μείζον νομίζω πρόβλημα της κυβέρνησης, η πεποίθηση της πως είναι αναντικατάστατη και η βεβαιότητα που προσπαθεί να καλλιεργήσει ότι η παραμονή της στην εξουσία είναι μονόδρομος.

               Θέλω απλώς να επισημάνω ότι οι πολίτες απεχθάνονται τα αδιέξοδα που κάποιος προσπαθεί τεχνητά να τους δημιουργήσει και με την ψήφο τους ακόμη και χωρίς σαφή εναλλακτική, είναι διατεθειμένοι να απορρίψουν αυτό που θεωρούν ότι τους υποτιμά.


 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 22 Απριλίου 2026, σελ. 12

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

 Από τη διάψευση της ελπίδας στην κρίση αξιοπρέπειας


               Η περίοδος των μνημονίων υπήρξε για τη χώρα και τους πολίτες της βαθιά οδυνηρή. Δεν ήταν μόνο η οικονομική στενότητα, ήταν η συνολική αμφισβήτηση της Ελλάδας που οικοδομήθηκε στη Μεταπολίτευση. Ήταν η διάψευση της πεποίθησης ότι το μοντέλο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που εμπιστευτήκαμε μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα ψηλότερα.

               Η οικονομική κατάρρευση και η απώλεια της αγοραστικής δύναμης των πολιτών άλλαξαν ριζικά τη θεώρησή τους για τα πράγματα και ανέδειξαν τη σχετικά επιφανειακή σχέση τους με τη Δημοκρατία. Μπορεί στην Γ Ελληνική Δημοκρατία να διευρύναμε τους θεσμούς, όμως δεν τους εμβαθύναμε επαρκώς. Οι πολίτες δεν κατάφεραν να τους εμπιστευτούν, αντίθετα η εμπιστοσύνη χτιζόταν προσωποπαγώς γύρω από τα πολιτικά πρόσωπα. Οι αιτίες πολλές και συγκεκριμένες που μπορούν να εξηγηθούν ιστορικά.

               Σε αυτό το πλαίσιο, η χρεωκοπία της χώρας γέννησε διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις. Οι πολίτες διχάστηκαν σε εκείνους που νοσταλγούσαν το παρελθόν και πίστευαν ότι υπήρχε «μαγικός» τρόπος να επανέλθουμε και στους πιο ρεαλιστές που θεώρησαν ότι η προσαρμογή στα νέα δεδομένα ήταν αναπόφευκτη.

               Η πρώτη κατηγορία ταυτίστηκε με το αντιμνημονιακό ρεύμα, επενδύοντας στην άρνηση της πραγματικότητας και στην προσδοκία ενός «άλλου δρόμου», εκείνου της ελπίδας, πάνω στον οποίο οικοδόμησε η Αριστερά, και που επιβραβεύτηκε με το «Όχι» στο δημοψήφισμα του 2015.

               Η διάψευση που ακολούθησε δεν ήταν απλώς πολιτική. Ήταν η κατάρρευση ενός ολόκληρου τρόπου σκέψης και πολιτικής αισθητικής, που αποδείχθηκε ασύμβατος με την πραγματικότητα.

               Σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκε αντιθετικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υποσχόμενος σε έναν λαό με χαμηλές προσδοκίες ότι η Ελλάδα θα γίνει μια χώρα όπου η αξία των ανθρώπων θα αναγνωρίζεται, οι ικανοί θα προοδεύουν και η αριστεία θα αποτελεί κανόνα. Υποστήριξε ότι η χώρα που «μάτωσε» έμαθε και ότι είχε έρθει η ώρα για μια βαθιά αλλαγή νοοτροπίας.

               Οι πολίτες τον εμπιστευθήκαν, τον εξέλεξαν δύο φορές, όμως σήμερα βιώνουν άλλη μία απογοήτευση. Η επταετία Μητσοτάκη μέχρι στιγμής έχει επιβεβαιώσει πως για να αλλάξει η χώρα πρέπει να αλλάξουν μυαλά οι πολιτικοί. Οι πολίτες είναι έτοιμοι για αλλαγές, οι πολιτικοί φαίνεται να δυσκολεύονται.

               Επτά χρόνια μετά, η Ελλάδα που θα μας έκανε περήφανους συνεχίζει να μας πληγώνει. Η διαχείριση του δυστυχήματος των Τεμπών, η υπόθεση των υποκλοπών που έθεσε υπό αμφισβήτηση θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά και οι πρόσφατες καταγγελίες για μεθοδεύσεις στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ενισχύουν το αίσθημα δυσπιστίας των πολιτών.

               Την ίδια στιγμή, ο καθημερινός αγώνας των Ελληνίδων και των Ελλήνων να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος ζωής γίνεται ακόμη πιο βαρύς, όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι κάποιοι ευνοούνται λόγω της εγγύτητάς τους με την εξουσία. Αυτή η αίσθηση αδικίας δεν εξισορροπείται από επικλήσεις εθνικών επιτυχιών ή γεωπολιτικών ρόλων.

               Διότι, όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι του στερείται η αξιοπρέπεια, η αντίδρασή του είναι αναπόφευκτη και συχνά έρχεται χωρίς προειδοποίηση.

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 15 Απρίλιου 2026, σελ. 12

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΟΠΕΚΕΠΕ: η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι


            Αν ρωτήσεις το μέσο πολίτη τί θέλει από τη ζωή του, θα σου πει: ασφάλεια και σταθερότητα. Να ζει σε μία χώρα όπου το αυτονόητο δεν θα θεωρείται παροχή και θα μπορεί, έστω και με μικρό ορίζοντα, να προγραμματίσει το μέλλον του. Τα τελευταία χρόνια, αυτή η συνθήκη μοιάζει όνειρο για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, παρότι αποτελεί σταθερή υπόσχεση των πολιτικών κομμάτων που διεκδικούν την ψήφο μας.

Για περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια ελπίζουμε στην «επανάσταση του αυτονόητου». Ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης προτεραιοποίησε αυτό το κοινωνικό αίτημα ως το πρώτο που θα ικανοποιούσε με τη διακυβέρνησή του, συνοψίζοντάς το στη διαβεβαίωση ότι η χώρα, επί των ημερών του, θα λειτουργεί κανονικά. Μάλιστα, υποσχέθηκε ότι θα κινητοποιούσε τα πιο υγιή και ικανά μυαλά, ώστε να συνδράμουν με την αριστεία τους στο εγχείρημα.

Η κοινωνία τον εμπιστεύθηκε δίνοντας του πίστωση χρόνου για να υλοποιήσει το στόχο, εκλέγοντάς τον δις. Ωστόσο, η κυβερνητική αφήγηση ότι όλα πάνε καλά, ότι η χώρα και η οικονομία βγήκαν στο ξέφωτο και ότι ανακτήσαμε την διεθνή μας αίγλη, φάνηκε να προσέκρουσε στην πραγματικότητα.

Οι υποκλοπές, η διαχείριση του δυστυχήματος των Τεμπών και, εσχάτως, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επιβεβαιώνουν ότι η επικοινωνία δεν αρκεί για να μας πείσει πως ζούμε στον όμορφο κόσμο που περιγράφουν ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνηση. Η πραγματικότητα είναι ορατή και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Από όσα μόλις περιέγραψα, νομίζω ότι το θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ βλάπτει περισσότερο από όλα την κυβέρνηση, διότι υποδηλώνει σκοπιμότητα, με απώτερο στόχο το κέρδος και τον πλουτισμό ημετέρων.

               Παράλληλα, στο συλλογικό ασυνείδητο ο πρωτογενής τομέας ταυτίζεται με τις ρίζες μας και, αν και όχι πάντα δίκαια, η κοινωνία βάζει πλάτη στην επίλυση των προβλημάτων των αγροτών, ακόμη κι όταν πιστεύει ότι πληρώνει το λογαριασμό άλλων. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, νιώθει ότι κοροϊδεύεις τον αδύναμο και πραγματικό βιοπαλαιστή, στερώντας του αυτά που δικαιούται, για να τα δώσεις σε κάθε δυνητική εκλογική πελατεία που βάφτισες «αγρότες».

               Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, με την κυβέρνηση να προσπαθεί να αγνοήσει τί ήταν αυτό που το γέμισε. Πολιτεύθηκε σε ένα παράλληλο της κοινωνίας σύμπαν και πίστεψε ότι οι βαθμοί ελευθερίας που της δίνει η ανεπάρκεια της αντιπολίτευσης θα την καθιστούσαν αναντικατάστατη. Προέταξε το αφήγημα της σταθερότητας χωρίς να συνυπολογίσει ότι η σταθερότητα μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα μόνον όταν η ζωή των πολιτών έχει ποιότητα και προοπτική. Σε μια καθημερινότητα που έχει πάψει να είναι ανεκτή και έχει γίνει ζοφερή και αβάσταχτη, για ποιο λόγο να επιδιωχθεί η συντήρησή της;

               Στον ΟΠΕΚΕΠΕ η κυβέρνηση έδειξε ότι δεν ορρωδεί προ ουδενός, όταν πρόκειται για τη συντήρηση του πελατειακού κράτους. Απεμπόλησε δημοκρατικές αρχές και επέτρεψε την απαξίωση των θεσμών, όπως φάνηκε, για παράδειγμα, και στην Εξεταστική Επιτροπή. Έτσι, συνειδητοποιήσαμε όλοι πως, όταν δεν έχεις αφήγηση και όραμα για τη χώρα, μπορεί εύκολα να μετατραπείς σε διαχειριστή μικροσυμφερόντων. Άλλωστε, ο άριστος και ο αρεστός, όπως ο χρηστός και ο άχρηστος απέχουν μόλις ένα γράμμα.

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Παρασκευή 3 Απριλίου 2026, σελ. 15

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Όταν το ΠΑΣΟΚ ταυτιζόταν με τη Δημοκρατική Παράταξη

 


               Η γνωστή τηλεοπτική ατάκα «Αχ ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια!» αποτυπώνει, ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο, τη σημερινή θέση του ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία. Κόμμα ανάμνησης, κόμμα νοσταλγίας των χρόνων της αθωότητας και λιγότερο ο πυλώνας της Δημοκρατικής Παράταξης. Και αυτό είναι το πραγματικό του δράμα.

               Το ΠΑΣΟΚ ως πολιτικός φορέας, με τα λάθη και τα σωστά του, ταυτίστηκε με την πρόοδο της χώρας. Λειτούργησε ως η μεγάλη δημοκρατική παράταξη και μπορούσε να αναγεννάται ακόμη και ύστερα από βαριές ήττες (όπως το 1989), λόγω της πολιτικής του προσαρμοστικότητας. Είχε καταφέρει να δίνει τον παλμό στην κοινωνία, να βάζει εθνικούς στόχους και να μετατρέπει την πολιτική του σε εθνικό αφήγημα και συλλογικό όραμα. Ήταν τα χρόνια που είχε πολλά να πει!

               Σήμερα περιορίζει την επιρροή του μεταξύ νοσταλγίας για τους γηραιότερους και ειρωνείας για τους νεότερους, οι οποίοι συχνά το επικαλούνται για να σατιρίσουν υπενθυμίζοντας, έστω και άδικα, τις παθογένειες που συνδέθηκαν με τη δημοσιονομική κρίση.

               Επιχειρώντας μια ποσοτική αποτύπωση, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική. Οι 3.012.542 ψηφοφόροι που έδωσαν στο ΠΑΣΟΚ την τελευταία αυτοδύναμη κυβέρνηση το 2009 είναι σήμερα άνω των 35 ετών. Αυτό σημαίνει ότι περίπου το ένα τέταρτο του σημερινού εκλογικού σώματος δεν έχει καμία βιωματική εμπειρία κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Στις εκλογές του Μαΐου 2023, η τρίτη θέση εξασφαλίστηκε από 676.145 ψηφοφόρους, μόλις το 22,4% της εκλογικής του δύναμης το 2009. Το «Πρόεδρε, δεν αρέσουμε» της Μελίνας Μερκούρη μοιάζει ξανά επίκαιρο, περιγράφοντας με ακρίβεια την απόσταση που έχει δημιουργηθεί μεταξύ κόμματος και κοινωνίας, χωρίς όμως να δείχνει και τον δρόμο της υπέρβασής της.

               Το πρόβλημα γίνεται βαθύτερο από τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να αντιστέκεται στην ουσιαστική αυτοκριτική και στην αναζήτηση των αιτίων της περιορισμένης εκλογικής του επιρροής. Η αποτυχία επίτευξης της δεύτερης θέσης στις ευρωεκλογές του 2024 δεν οδήγησε σε μια ουσιαστική πολιτική συζήτηση με στόχο την αναζήτηση πολιτικού στίγματος και νέων πολιτικών εργαλείων για την προσέγγιση και ερμηνεία της πολιτικής πραγματικότητας, αλλά περιορίστηκε σε μια συνεδρίαση Κεντρικής Επιτροπής, όπου ο Πρόεδρός του, δεν «απολογήθηκε» για την πολιτική αποτυχία, αλλά «σήκωσε το γάντι» και πήγε σε εσωκομματικές εκλογές απαντώντας στις τηλεοπτικές προκλήσεις των στελεχών του.

               Εδώ ακριβώς εντοπίζω και το λάθος. Το ΠΑΣΟΚ δεν λειτουργεί πολιτικά και αυτό η κοινωνία το εισπράττει. Γι’ αυτό και δεν το ταυτίζει πλέον με τη Δημοκρατική Παράταξη. Διότι αντί να παράγει πολιτική και να προκαλεί πολιτικό ενδιαφέρον, αρκείται στη διαχείριση του πολιτικού συναισθήματος και ενίοτε στον εκβιασμό της συναισθηματικής ψήφου. Δεν ερμηνεύει τη σύγχρονη πραγματικότητα, αναπαράγει εργαλεία και αντιλήψεις της Μεταπολίτευσης. Με αυτή την τακτική εγκλωβίζεται σε χαμηλά ποσοστά που του εξασφαλίζουν μια μικρή, ευέλικτη και πλήρως ελεγχόμενη κοινοβουλευτική παρουσία, χωρίς δυστυχώς, προοπτική διεύρυνσης.

Από κόμμα των μεγάλων λαϊκών μαζών, χωρίς πολιτικά τζάκια, με απροϋπόθετη απεύθυνση στους δημοκράτες πολίτες, κατέληξε σε ένα κλειστό σύστημα πολιτικών ομάδων, χωρίς κοινωνική απήχηση. Και αυτό ίσως είναι το πιο σαφές σημάδι ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά βαθιά πολιτικό.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’ 24 Μαρτίου 2026, σελ. 16

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

 Το σύνδρομο Goodbye Lenin της ελληνικής πολιτικής

 

Πριν από περίπου δύο δεκαετίες (2003), παρακολουθήσαμε στο σινεμά τη γερμανική κωμωδία «Goodbye Lenin». Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας από το Ανατολικό Βερολίνο, που πέφτει σε κώμα λίγο πριν την πτώση του Τείχους και ξυπνά μετά την επανένωση, έχοντας χάσει τις πολιτικές εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο, ο γιος της, για να την προστατεύσει από το σοκ των αλλαγών, προσπαθεί να αναπαραστήσει γύρω της την πραγματικότητα όπως την θυμόταν πριν πέσει σε κώμα.

Κάπως έτσι μοιάζει να λειτουργεί και το ελληνικό πολιτικό σύστημα: σκέφτεται, δρα, επιχειρηματολογεί και τελικά πολιτεύεται με όρους πρώιμης Μεταπολίτευσης. Προχωρά με τον τρόπο που είχε συνηθίσει και μιμείται τον γερμανό γιο της ασθενούς που ξύπνησε από το κώμα, ο οποίος προσποιείται πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Έτσι τα κόμματα μιλούν με γλώσσα που συγκινεί τους πολίτες της «γενιάς Πολυτεχνείου», σε μια εποχή που το κύριο σώμα των ψηφοφόρων έχει γεννηθεί μετά την Μεταπολίτευση.

Αυτή η τακτική, βολική για τους συμμετέχοντες στην πολιτική διαδικασία, καθώς θεωρείται δοκιμασμένη και αποδοτική, δεν φαίνεται να αγγίζει την κοινωνία. Έτσι, η πολιτική διαδικασία γίνεται «κλειστού στίβου» και θυμίζει ένα αθλητικό οικοσύστημα όπου μέσα στο γήπεδο οι αθλητές κάνουν ρεκόρ, οι θεατές χειροκροτούν και η κοινωνία ακούει τα αποτελέσματα, χωρίς απαραιτήτως να νιώθει ότι την αφορούν.

Κάπως έτσι εξελίσσονται και οι εσωκομματικές διαδικασίες, με πιο πρόσφατη εκείνη του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα που στη Μεταπολίτευση διακρίθηκε για την ανοιχτότητά του και την ικανότητά του να συγκεράζει διακριτές πολιτικές απόψεις, έχει μετατραπεί σε εκλογικό μηχανισμό με περιορισμένη απήχηση στην κοινωνία. Το ΠΑΣΟΚ, που είχε γείωση με την κοινωνία, που αναδείκνυε τα τοπικά στελέχη, που «ακουγόταν» και «φαινόταν» στον κόσμο, έκανε εσωκομματική διαδικασία για να θριαμβεύσουν ο νέος αλγόριθμος, οι μηχανισμοί μεταφοράς υποψηφίων και ψηφοφόρων και τελικά να ηττηθεί η εμπιστοσύνη και η αίσθηση προσβασιμότητας σε ένα κόμμα που στα πρώτα του χρόνια άνοιξε δρόμο συμμετοχής στους πολιτικά αποκλεισμένους.

Εδώ και περίπου 15 χρόνια, το ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να έχει επικαιροποιήσει τη σχέση του με την κοινωνία. Δεν μπορεί να εκφράσει τους κομματικά άστεγους πολίτες που νιώθουν ότι ανήκουν στη Δημοκρατική Παράταξη αφήνοντας ένα πολιτικό κενό που, στο σημερινό ρευστοποιημένο πολιτικό σύστημα, λειτουργεί ως σημαία ευκαιρίας για νέους σχηματισμούς.

Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι αν το ΠΑΣΟΚ επιθυμεί πραγματικά να διευρυνθεί πολιτικά ή αν θα αρκεστεί στις εκλογικές επιδόσεις που εξασφαλίζει η επίκληση της συναισθηματικής ψήφου, διατηρώντας ένα μικρό, ευέλικτο και πλήρως ελεγχόμενο σχήμα που εξασφαλίζει μεν κοινοβουλευτική παρουσία, αλλά αφήνει ακάλυπτο τον ευρύτερο χώρο της Δημοκρατικής Παράταξης. 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τρίτη 17 Μαρτίου 2026, σ.7

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

 Όταν η διαχείριση υποκαθιστά την πολιτική

Με εξαίρεση τη Ροδόπη, τον Ιούνιο του 2023 ο εκλογικός χάρτης της Ελλάδας βάφτηκε μπλε. Η νίκη της ΝΔ και του κ. Μητσοτάκη, αν και αδιαμφισβήτητη, δημιούργησε ερωτήματα σε επίπεδο πολιτικής ανάλυσης αλλά και ευρύτερου πολιτικού προβληματισμού. Τα ερωτήματα δεν αφορούσαν στην επίδοση της ΝΔ στη Λακωνία ή τις Σέρρες, αλλά στην επικράτησή της στα παραδοσιακά «κάστρα» της δημοκρατικής παράταξης. Πώς, για παράδειγμα, η Κρήτη κατέληξε να στηρίξει τη ΝΔ ή για ποιον λόγο η Δυτική Ελλάδα μετακινήθηκε εκλογικά προς αυτήν;

Η ανάλυση των δεδομένων του exit poll δείχνει ότι σε κοινωνικές ομάδες όπως οι αγρότες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες η ΝΔ προσέγγισε επίπεδα σχεδόν απόλυτης επικράτησης, υπερβαίνοντας την παραδοσιακή της εκλογική απήχηση. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε πολλούς αναλυτές σε ιδεολογικές ερμηνείες της εκλογικής συμπεριφοράς, υποστηρίζοντας ότι η στροφή του κ. Μητσοτάκη προς πιο κεντρώες πολιτικές υπήρξε ελκυστική για ψηφοφόρους προερχόμενους από άλλους πολιτικούς χώρους.

Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς η ΝΔ πλησιάζει προς τη λήξη της κυβερνητικής της θητείας, καθίσταται σαφές ότι η πολιτική πρακτική της δεν παραπέμπει σε κυβέρνηση που επικράτησε πρωτίστως με ιδεολογικούς όρους. Αντιθέτως, ζητήματα όπως η κατανομή των κονδυλίων του ΟΠΕΚΕΠΕ ή η ένταξη, αναθεώρηση και ιεράρχηση έργων του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργούν την εντύπωση ότι η κυβέρνηση συγκρότησε εκλογικές συμμαχίες στη βάση υλικών ανταλλαγμάτων και στοχευμένων οικονομικών παρεμβάσεων.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την υπόθεση ότι η εκλογική της κυριαρχία δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ιδεολογική ταύτιση ή πολιτική πειθώ, αλλά και σε μια λογική διαχείρισης πόρων που παρήγαγε συγκεκριμένα, ευνοημένα εκλογικά ακροατήρια.

Η πολιτική συνοχή, ωστόσο, δεν μπορεί να διασφαλίζεται μέσω πρακτικών οικονομικής δοσοληψίας, αλλά μέσω πολιτικών που δημιουργούν στους πολίτες την αίσθηση ότι «η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση». Σε αυτό το πεδίο, η κυβέρνηση απέτυχε, ενώ δεν έχει πλέον υπέρ της ούτε τον παράγοντα του χρόνου. Στη ρευστότητα που καταγράφηκε στις Ευρωεκλογές προστίθεται η κόπωση από την πολυετή διακυβέρνηση, η οποία εντείνεται από την αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων και επιτάχυνσης της επίλυσης των καθημερινών προβλημάτων των πολιτών.

Η παρατεταμένη κρίση με τους αγρότες, που επί εβδομάδες επηρεάζει την οικονομική και κοινωνική ζωή, επιτείνει τη φθορά της ακόμη και σε κοινωνικές ομάδες που θεωρούνταν δεδομένες, με την περιφέρεια να φαίνεται πιο πρόθυμη να απομακρυνθεί. Όμως ο εφιάλτης της κυβέρνησης είναι τα 1,77 εκατομμύρια ψηφοφόροι που έχουν την τελευταία δεκαπενταετία απομακρυνθεί από τις κάλπες και που αν κάτι τους κινητοποιήσει να ξανασυμμετάσχουν δεν θα είναι σίγουρα η εκ νέου παροχή εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η κυβέρνηση φθείρεται, αλλά αν έχει πλέον τη δυνατότητα πολιτικής ανασύνθεσης.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026, σ.12