Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

 Ελλάδα, τελικά, είναι μόνον η Αθήνα;

Αποτελεί πλέον παράδοση για τα πολιτικά πράγματα της χώρας η πολιτική χρονιά να ξεκινά τον Σεπτέμβριο. Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για μακρινή συνήθεια που έμεινε από το Βυζάντιο, όταν η αρχή της Ινδίκτου σηματοδοτούσε την έναρξη του νέου διοικητικού έτους, ή αν απλώς εναρμονίζεται με την κοινωνία, η οποία επιστρέφει στους συνήθεις ρυθμούς της με την έναρξη της σχολικής χρονιάς.

Όπως και να έχει, τα «μπάνια του λαού» γίνονται κάθε Σεπτέμβριο ανάμνηση και η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης σηματοδοτεί την επανεκκίνηση της πολιτικής αντιπαράθεσης. Φέτος με δεδομένο ότι αυτή είναι η τελευταία ΔΕΘ πριν από τις εκλογές, έχει γίνει υπερεπένδυση προσδοκιών. Η μεν κυβέρνηση υπολογίζει να βρει την ευκαιρία που χρειάζεται για να αναστρέψει το δύσκολο για εκείνη πολιτικό κλίμα, τα δε κόμματα της αντιπολίτευσης πιστεύουν ότι θα έχουν το θεσμικό βήμα να παρουσιάσουν τη δική τους πλατφόρμα και να πάρουν «εκλογικούς πόντους».

Η πραγματικότητα, όμως, πιθανότατα θα εξελιχθεί όπως κάθε χρόνο, ίσως με λίγο οξύτερους τόνους. Για περίπου δέκα ημέρες, το «κράτος των Αθηνών» θα μετακομίσει στη συμπρωτεύουσα. Θα κατακλύσει τα καταστήματα εστίασης, θα δώσει ακόμη μία ανάσα στα ξενοδοχεία και θα ενισχύσει τη νυχτερινή ζωή της πόλης, τώρα που τα Μνημόνια τελείωσαν και επιστρέψαμε στην πολιτική κανονικότητα.

Στο περιθώριο όλων αυτών θα γίνουν και οι εθιμοτυπικές συναντήσεις με τους θεσμικούς παράγοντες και τους κοινωνικούς εταίρους και κάθε κομματικό επιτελείο θα φύγει νιώθοντας πως εκπλήρωσε το χρέος του. Ύστερα, τα φώτα θα σβήσουν και θα τα ξαναπούμε «του χρόνου».

Για ακόμη μία φορά, όμως, κινδυνεύουμε να μην αγγίξουμε την ουσία. Να μη μιλήσουμε για τις πραγματικές ανάγκες της βόρειας Ελλάδας, ούτε για τις προοπτικές που μπορούν να διαμορφωθούν. Θα παρουσιαστεί ένα ακόμη «πακέτο παροχών», χωρίς να ανοίξει ουσιαστική συζήτηση για την ανάπτυξη, τις υποδομές, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη θέση της περιοχής στον νέο οικονομικό και γεωπολιτικό χάρτη. Οι ανησυχίες των πολιτών, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια θα επιχειρηθεί να κατευναστούν προσωρινά με εξαγγελίες. Τα τοπικά μέσα ενημέρωσης θα βρεθούν για λίγες ημέρες στο κέντρο του ενδιαφέροντος, φιλοξενώντας συνεντεύξεις πολιτικών προσώπων, και οι Βορειοελλαδίτες θα συνεχίσουν τη ζωή τους με τις βεβαιότητες που δημιουργεί ο «πολιτικός αποκλεισμός» από τα κέντρα αποφάσεων, γεγονός που καθορίζει την εκλογική τους συμπεριφορά, αλλά ως τώρα μας προβληματίζει μόνο το βράδυ των εκλογών.

Χωρίς αμφιβολία, η χώρα κυβερνάται σήμερα από ανθρώπους που προτάσσουν τη διαχειριστική τους ικανότητα ως προσόν και αποφεύγουν να δείξουν, εάν έχουν, την πολιτική τους στόχευση για τη χώρα. Χωρίς όραμα και αφήγηση για το μέλλον, περιορίζονται στη συντήρηση της υφιστάμενης κατάστασης. Τη συντήρηση ενός μοντέλου όπου η εγγύτητα αποτελεί συχνά όρο επιβίωσης: εγγύτητα στην κυβέρνηση, στα κόμματα, στα κέντρα εξουσίας, στα οικονομικά συμφέροντα. Μια πρακτική που ενισχύει το αθηνοκεντρικό μοντέλο και παράγει προσώρας εκλογικές διαιρέσεις ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Η αιτία προφανής: το πολιτικό σύστημα επιβιώνει ευκολότερα μέσα σε ένα συγκεντρωτικό και μονοδιάστατο μοντέλο. Οι πολλές διαστάσεις, οι ισχυρές περιφέρειες και τα περισσότερα κέντρα λήψης αποφάσεων περιορίζουν τον έλεγχο και επιβάλλουν πραγματική λογοδοσία. Άλλωστε, αυτό μάθαμε τόσα χρόνια, αυτό θα διατηρήσουμε: «Εμάς ξέρετε, εμάς εμπιστεύεστε».

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026, σελ. 13

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

 Η συνεργασία ως αντίβαρο στην εξουσία

 


Πριν από μερικά χρόνια, στο πλαίσιο συζήτησης για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας, ο πρέσβης σκανδιναβικού κράτους με ρώτησε για ποιο λόγο οι πολιτικές συνεργασίες αποτελούν στην Ελλάδα την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

Ύστερα από μια σύντομη περιγραφή των ιστορικών συνθηκών, κατέληξα στη νοοτροπία που έχει καλλιεργήσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Διευκρίνισα ότι οι πολιτικοί αρχηγοί, τη στιγμή που μιλούσαμε, είχαν κατά τεκμήριο αποφοιτήσει από το σχολείο τον προηγούμενο αιώνα και είχαν διαπαιδαγωγηθεί με την λογική του "αἰὲν ριστεύειν". Μια αρχή που σημαίνει τη διαρκή προσπάθεια να είσαι ο καλύτερος και να ξεπερνάς τον εαυτό σου, αλλά συχνά ερμηνεύτηκε ως την ανάγκη να υπερέχεις των άλλων.

Τα χρόνια πέρασαν, η Ελλάδα δεν βρίσκεται πια στο μάτι του κυκλώνα, δεν απειλεί τη σταθερότητα της ευρωζώνης και δεν απασχολεί καθημερινά τα διεθνή μέσα και τις αγορές. Είναι μια χώρα που προσπαθεί να λειτουργήσει μέσα σε ένα σύνθετο και πολυπαραγοντικό διεθνές περιβάλλον.

Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έμαθε από την κρίση, άλλαξε νοοτροπία. Αναθεώρησε τη στάση του απέναντι στην κατανάλωση, στον δανεισμό και στην οικονομική ασφάλεια. Οι πολιτικοί μας, όμως, δεν ακολούθησαν το χρόνο. Εξακολουθούν να κινούνται με τη λογική της πρώιμης Μεταπολίτευσης και του ισχυρού δικομματισμού.

Στις συνθήκες εκείνες κάθε κυβέρνηση ένιωθε την πίεση μιας αντιπολίτευσης που μπορούσε πράγματι να την αντικαταστήσει. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος είχε μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, ενώ η πιθανότητα εναλλαγής στην εξουσία λειτουργούσε ως παράγοντας αυτοσυγκράτησης ή έστω τήρησης των προσχημάτων, σε ένα περιβάλλον που οι πολίτες είχαν ισχυρό ενδιαφέρον για την πολιτική.

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει, η συγκυρία εμφανίζει χαρακτηριστικά συστήματος κυρίαρχου κόμματος, όπου ένα κόμμα κυβερνά για μεγάλο χρονικό διάστημα, κερδίζοντας πολλαπλές εκλογές, και η αντιπολίτευση δεν δείχνει να έχει ουσιαστικές πιθανότητες να ανέλθει στην εξουσία. Σε αυτή την πραγματικότητα, που συνεπικουρείται από τη χαμηλή διάθεση της κοινωνίας να ασχοληθεί με τα κοινά, η κυβερνητική εξουσία εμφανίζει αντίσταση στους θεσμικούς περιορισμούς και συχνά υποβαθμίζει τη σημασία του κοινοβουλευτικού ελέγχου, αντλώντας δύναμη από την κατακερματισμένη αντιπολίτευση.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης πολιτεύονται χωρίς φαντασία και διεκδικούν την ψήφο μας με μόνο στόχο την πρωτιά και την αποκλειστικότητα στη διακυβέρνηση, τη στιγμή που η πολιτική ρευστότητα υπαγορεύει διαφορετικούς ελιγμούς. Η ρητορική «ή εμείς ή το χάος» είναι πια ξεπερασμένη. Σήμερα η συνεργασία δεν πρέπει να θεωρείται ένδειξη αδυναμίας, υποχώρησης ή συμβιβασμού με τον ισχυρό. Η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση συνεργασίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην παραίτηση από τις αρχές ενός κόμματος. Ας ανανοηματοδοτήσουμε την έννοια της συνεργασίας και ας τονίσουμε ότι η εποχή επιβάλλει τη συμμετοχή σε μια κυβέρνηση συνεργασίας ως μηχανισμό ελέγχου της εξουσίας από μέσα και ως εγγύηση μεγαλύτερης λογοδοσίας.

Η συνεργασία δεν είναι πολιτική ήττα. Είναι τρόπος να περιοριστεί η αυθαιρεσία της εξουσίας, να διευρυνθεί η αντιπροσώπευση και να καθιερωθεί η λογοδοσία. Ενδέχεται σήμερα η πολιτική υπεροχή να μη μετριέται από το ποιος μπορεί να κυβερνήσει μόνος του, αλλά από το ποιος μπορεί να συνεργαστεί χωρίς να χάσει τις αρχές του. Άλλωστε ο φόβος του παρόντα φυλάει καλύτερα τα έρμα!

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026, σελ. 14

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Ποιος θα μιλήσει για την Ελλάδα του 2050;


    Η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, απροετοίμαστη για ακόμη μία φορά να συζητήσει όσα πραγματικά θα καθορίσουν το μέλλον της. Σε μια εποχή κατά την οποία, αν ήμασταν Γαλάτες, θα λέγαμε ότι ο ουρανός έχει ήδη πέσει στο κεφάλι μας, συνεχίζουμε το business as usual. Οι έντονες ανακατατάξεις, η αβεβαιότητα, οι κοινωνικές πιέσεις και οι τεχνολογικές αλλαγές διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον, απέναντι στο οποίο το πολιτικό σύστημα αποφεύγει να τοποθετηθεί με σαφήνεια.

    Ζούμε σε μια περίοδο μετάβασης, όπου η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει τις εξελίξεις. Κάποιοι την παρομοιάζουν με τον Μεσοπόλεμο. Νομίζω ότι θυμίζει περισσότερο τη Βιομηχανική Επανάσταση: μια εποχή που δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο παραγωγής και κατανομής του πλούτου, αλλά και όσα οι κοινωνίες θεωρούσαν σημαντικά. Η εργασία, η παραγωγικότητα, η γνώση και η κατοχή της τεχνολογίας απέκτησαν νέο βάρος και έδωσαν διαφορετικό νόημα στην πρόοδο και στην ατομική επιτυχία.

    Σήμερα, οι πολίτες νιώθουν ανυπεράσπιστοι μπροστά στο άγνωστο. Η αδυναμία να φανταστούμε το μέλλον με όρους προόδου και εξέλιξης έχει καλλιεργήσει μια διάχυτη αίσθηση ματαιότητας και παραίτησης. Έχει εδραιωθεί η πεποίθηση ότι η επόμενη γενιά θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη και δε φαίνεται να γίνεται συστηματική προσπάθεια να το ανατρέψουμε.

    Η τρέχουσα πολιτική συζήτηση δεν αφορά την Ελλάδα του 2050. Δεν θέτει στόχους, δεν περιγράφει ποια χώρα θέλουμε να έχουμε, ούτε εξηγεί πώς θα αυξηθεί ο παραγόμενος πλούτος. Αντίθετα, αναλώνεται κυρίως σε δύο πεδία: στην αναδιανομή του υπάρχοντος πλούτου με όρους μιζέριας και στην εκλογική αριθμητική.

    Το πρώτο πεδίο είναι η παροχολογία, στη λογική του «Τόσα δίνω, πόσα θες;». Δέκατη τρίτη σύνταξη, επιδόματα, δωρεάν μετακινήσεις και άλλες εξαγγελίες που μπορεί να είναι αναγκαίες ή δίκαιες αλλά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: πώς θα αυξηθεί το ΑΕΠ, ώστε να υπάρχουν περισσότερα ταμειακά διαθέσιμα για ουσιαστική και διατηρήσιμη αναδιανομή; Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η κοινωνική πολιτική, αλλά οι παροχές που παρουσιάζονται ως υποκατάστατο ενός σχεδίου ανάπτυξης.

    Το δεύτερο πεδίο είναι οι εκλογικές επιδόσεις των κομμάτων. Τα κόμματα, με χαρτί και μολύβι, αναζητούν τον συνδυασμό που θα τους εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή θέση την επομένη των εκλογών. Όλα αυτά στο όνομα της εκλογικής επιβίωσης και όχι της θωράκισης της χώρας απέναντι στις αλλαγές που έχουν ήδη δρομολογηθεί.

    Η πραγματική συζήτηση θα έπρεπε να αφορά στο παραγωγικό μοντέλο, στην επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία, τη δημογραφική συρρίκνωση, την εκπαίδευση, την ενεργειακή ασφάλεια και τη θέση της χώρας στον νέο διεθνή καταμερισμό ισχύος.

    Το πραγματικό ερώτημα των επόμενων εκλογών δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει μετά την κάλπη. Είναι ποια Ελλάδα θα υπάρχει το 2050 και αν θα έχουμε αρχίσει να την οικοδομούμε.

    Ενδέχεται όμως να έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν! Οψόμεθα!

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026, σ.12