Η κρίση στρατηγικής της προοδευτικής παράταξης
Αν σήμερα ζητούσαμε από τους
Γαλάτες να μας πουν πώς βλέπουν τα πράγματα, είμαι σίγουρη ότι θα απαντούσαν
πως «έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μας». Κάπως έτσι μοιάζει να αισθάνεται στις
μέρες μας η πλειονότητα των ανθρώπων. Σε μια περίοδο όπου οι σταθερές έχουν
καταρρεύσει και τίποτε δεν θεωρείται πια δεδομένο, οι πολίτες νιώθουν
σαστισμένοι, ανασφαλείς και συχνά ανήμποροι να αντιδράσουν.
Οι
αιτίες είναι πολλές. Κατά τη γνώμη μου, όμως, η καθοριστικότερη είναι η
παγκόσμια ανισοκατανομή του πλούτου. Βιώνουμε μια εποχή κατά την οποία ο
πλούτος παράγεται με ταχύτερο ρυθμό από ποτέ. Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί
ήδη νέα δεδομένα, καθώς αναδύεται ακόμη και η συζήτηση για έναν νέο τύπο
δισεκατομμυριούχου, εκείνον με τη μονοπρόσωπη εταιρεία. Ωστόσο, η συσσώρευση
αυτού του πλούτου γίνεται από έναν όλο και μικρότερο αριθμό ανθρώπων. Το
αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων, της κοινωνικής ανασφάλειας και του
αποκλεισμού.
Σε
αυτό ακριβώς το σημείο δημιουργείται το κενό που θα έπρεπε να καλύψει η
πολιτική, δίνοντας απαντήσεις και προτείνοντας λύσεις. Τολμώ να πω ότι αυτός
είναι και ο ιστορικός προορισμός των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων,
δηλαδή να διαμορφώσουν μια σύγχρονη ατζέντα ανακατανομής, κοινωνικής
κινητικότητας και ουσιαστικής προστασίας των πιο αδύναμων πολιτών.
Δυστυχώς,
όμως, σε αυτή τη φάση δεν φαίνεται να έχουν κατανοήσει σε βάθος τη νέα
πραγματικότητα ούτε να μπορούν να προτείνουν λύσεις ικανές να κινητοποιήσουν
τους πολίτες.
Σε
πρόσφατη τοποθέτησή του, ο Αλέξης Τσίπρας, ξεπερνώντας τη διαίρεση Αριστεράς –
Δεξιάς, έθεσε τα διλήμματα «στασιμότητα ή πρόοδος» και «διαφθορά ή εντιμότητα»,
παρουσιάζοντας παράλληλα ορισμένες προτάσεις ανακούφισης των πιο αδύναμων
πολιτών. Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, αφού χαρακτήρισε τις προτάσεις αυτές
ανεφάρμοστες, μίλησε επίσης για μέτρα διευκόλυνσης της μετακίνησης των νέων στα
αστικά κέντρα.
Οι
εικόνες αυτές δείχνουν, πιστεύω, και το μέγεθος του προβλήματος. Οι πολιτικοί
της χώρας, αντί να προτείνουν δομικές αλλαγές, αναλώνονται είτε στην
παροχολογία είτε στη διλημματική διάσταση του τρόπου διακυβέρνησης χωρίς όμως
να προβάλλουν έναν καθαρό στόχο.
Σήμερα,
ο στόχος θα έπρεπε να είναι η ανακατανομή του πλούτου. Διότι μόνο μέσα από μια
πιο δίκαιη κατανομή των ευκαιριών, των πόρων και των ωφελειών της ανάπτυξης
μπορεί να επιτευχθεί κοινωνική ειρήνη. Για να γίνει αυτό, οι ίδιες οι πολιτικές
δυνάμεις πρέπει να αλλάξουν τακτική. Να σταματήσουν να μιλούν τη γλώσσα της
Μεταπολίτευσης, μια γλώσσα που γνωρίζουν καλά, που όμως η κοινωνία πλέον
αναγνωρίζει και, ηθελημένα, παραγνωρίζει.
Με
αυτή την τακτική, κινδυνεύουν να συρρικνώσουν ακόμη περισσότερο την προοδευτική
παράταξη. Όσο θα διαγκωνίζονται ανάμεσα στην παροχολογία και την ασυνεννοησία,
τόσο οι ανορθολογικές δυνάμεις, που αμφισβητούν κάθε δυνατότητα πραγματικής
αλλαγής και επενδύουν μόνο στην τιμωρία του πολιτικού συστήματος με όρους
συναισθήματος, θα καρπώνονται την οργή, την απογοήτευση και θα συμβάλλουν στην
συντηρητικοποίηση της κοινωνίας.
Και έτσι, αντί να ανοίγει ο
δρόμος για μια νέα προοδευτική πρόταση, θα ρίχνουν νερό στον μύλο της
συντήρησης.
Δημοσίευση:
Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026, σ.10
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου