Μόλις πριν από 13 χρόνια η μεταρρύθμιση «Καλλικράτης» καθιέρωνε την Περιφέρεια ως το δεύτερο βαθμό αιρετής τοπικής αυτοδιοίκησης, με ιδιαίτερες προσδοκίες, σε μια χώρα που δεν φανταζόταν τι επακολουθούσε. Οι προσδοκίες της κυβέρνησης που πίστευε στη μεταρρύθμιση, ήταν υψηλές και ο χαρακτηρισμός «μικρός πρωθυπουργός» απέδιδε τις προθέσεις του Γιώργου Παπανδρέου, αλλά δε φάνηκε να πείθει τα κεντρικά πολιτικά στελέχη να αφήσουν την κεντρική διοίκηση για την τοπική αυτοδιοίκηση. Έτσι με μερικές εξαιρέσεις, οι έως τότε νομάρχες έγιναν υποψήφιοι περιφερειάρχες.
Στη σύλληψή της η μεταρρύθμιση ήταν πραγματική τομή για την Ελλάδα. Αν είχε υλοποιηθεί όπως προβλεπόταν, η χώρα θα είχε αλλάξει, (θυμίζω ότι έσοδα από το ΦΠΑ για παράδειγμα, προορίζονταν ως πόρος στις περιφέρειες, ενώ μέχρι και η διοίκηση των νοσοκομείων ήταν στις προβλεπόμενες αρμοδιότητες).
Δυστυχώς όμως και στην περίπτωση των περιφερειών μια μεγάλη μεταρρύθμιση χάθηκε στις μυλόπετρες του πολιτικού συστήματος. Οι λόγοι πολλοί, με κυριότερο την αδυναμία των αιρετών περιφερειαρχών να είναι περιφερειάρχες και όχι κομματικοί τοπάρχες, αλλά και της κεντρικής διοίκησης να στερηθεί αρμοδιότητες υπέρ της αυτοδιοίκησης.
Το πολιτικό προσωπικό που κατά τεκμήριο διεκδικεί την αιρετή αυτή θέση, προέρχεται συνήθως από το κάτω ράφι και επιλέγεται με κριτήρια συντήρησης της τοπικής πολιτικής ισορροπίας και σχεδόν ποτέ βάσει των δυνατοτήτων του να εκπονήσει πολιτικές για την περιφερειακή ανάπτυξη.
Σπάνια κεντρικό πολιτικό στέλεχος θα επιλέξει την κάθοδο στην περιφέρεια, καθώς κατά τεκμήριο η αυτοδιοίκηση θεωρείται πολιτική υποβάθμιση ή αναγκαία «αγγαρεία» για την είσοδο στην κεντρική πολιτική σκηνή.
Μόνη ίσως εξαίρεση η περιφέρεια Αττικής, όπου η εκλογική διαδικασία μετατρέπεται σε πολιτική μάχη, επιβράβευσης ή αποδοκιμασίας της κυβέρνησης. Έτσι η Αττική δίνει και τον πολιτικό τόνο, έχοντας αλλάξει τρεις περιφερειάρχες στις ισάριθμες αναμετρήσεις (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ) εκφράζοντας την περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα.
Η περιφερειακή αυτοδιοίκηση έχει έως σήμερα καταφέρει να περάσει κάτω από το ραντάρ, κυρίως λόγω της ασάφειας των αρμοδιοτήτων της στην αντίληψη των πολιτών και να θεωρείται δεύτερης τάξης ψήφος, γεγονός που πολλές φορές την απαλλάσσει από την κριτική ή τη λογοδοσία.
Χωρίς αμφιβολία, η περίπτωση των περιφερειών αναδεικνύει και την πολιτική μας ανωριμότητα. Ενώ επί της αρχής υπερθεματίζουμε αναφερόμενοι στην αρχή της επικουρικότητας (την άσκηση διοίκησης το δυνατόν εγγύτερα στον πολίτη), όταν πρόκειται να αναθέσουμε στις περιφέρειες σημαντικές αρμοδιότητες κωλυσιεργούμε. Η επιλογή αυτή είναι ξεκάθαρα πολιτική και με ιδεολογικό πρόσημο.
Η αιρετή περιφέρεια θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά. Στις πρόσφατες φωτιές η δεδομένη ευθύνη της υποβαθμίστηκε, όπως και οι αρμοδιότητές της τα τελευταία χρόνια. Στις εκλογές του Οκτωβρίου νομίζω πως δίδεται στη χώρα μια ευκαιρία να αξιοποιηθεί το πολιτικό εργαλείο της περιφερειακής διοίκησης. Είναι στο χέρι των πολιτών να ψηφίσουν ικανούς περιφερειάρχες και στη διάθεση της κεντρικής κυβέρνησης να αφήσει την περιφερειακή αυτοδιοίκηση να δείξει τι μπορεί να κάνει.
Δημοσίευση: Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 7/8/2023, σ. 12
Τετάρτη 9 Αυγούστου 2023
Περιφερειακή διοίκηση, μία ακόμη χαμένη ευκαιρία;
Πέμπτη 29 Ιουνίου 2023
Οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ έριξαν τον πήχυ
Έχουν περάσει εννέα
χρόνια από τότε που ο κ. Αλέξης Τσίπρας μιλούσε για δυσαρμονία ανάμεσα στη
θέληση του λαού και τις επιλογές της κυβέρνησης, που υπό όρους παραβίαζε την
αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Ο νέος τότε, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης,
απηύθυνε προσκλητήριο στους δυσαρεστημένους από τα Μνημόνια Έλληνες και
επιβεβαίωνε ότι η Αριστερά μπορεί να αφουγκράζεται την κοινωνία και να μιλά εξ
ονόματός της, να δημιουργεί κοινωνικό ρεύμα και να καβαλά το κύμα της
ανανέωσης.
Την περιχαρή νίκη του
2015, μετά από τεσσερισήμισι χρόνια διακυβέρνησης διαδέχθηκε η περίλυπος ήττα
του 2019 και μία ακόμη πιο επώδυνη τον περασμένο Μάιο. Η πολιτική πορεία του
ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε την ανεπάρκεια της Αριστεράς και την πλάνη της τελευταίας
πεντηκονταετίας. Φάνηκε πως τελικά η Αριστερά επέλεξε να κινηθεί σε ένα
παράλληλο σύμπαν που δεν συναντιέται με την κοινωνία. Χωρίς βάθος σκέψης για το
ελληνικό πρόβλημα έμεινε σε ιδεολογήματα που την αποξένωσαν από τους πολίτες.
Η συνειδητοποίηση που
έπρεπε να είχε έρθει το 2019, ήρθε ακαριαία τη νύχτα της 21ης Μαΐου
και ανέδειξε την στρεβλή ανάλυση της πραγματικότητας. Εκείνοι που ισχυρίζονταν
ότι μιλούσαν εκπροσωπώντας αυθεντικά την κοινωνία, προσπαθούσαν να επιβάλλουν
την άποψή τους ως γνώμη της κοινωνίας.
Το κρισιμότερο όμως
όλων είναι πως η ΝΔ το Μάιο, συγκέντρωσε ποσοστό που προσέγγιζε το άθροισμα των
υπολοίπων κομμάτων που μπήκαν στη Βουλή. Η πολιτική αυτή επιλογή δεν προέκυψε
από ιδεολογική ταύτιση αλλά ως συνειδητή προτίμηση μεταξύ του χάους και μιας
υποφερτής διακυβέρνησης.
Στη φάση αυτή η
πρόκληση για την κοινωνία είναι ποια προσωπικότητα θα κατορθώσει στην επόμενη
τετραετία να αναδειχθεί ως η φυσική ηγεσία της αντιπολίτευσης και θα κάνει την
επανεκκίνηση. Ο κ. Αλ. Τσίπρας βαρύνεται με την αποξένωση των κεντρώων και
κεντροαριστερών ψηφοφόρων από τις πολιτικές διαδικασίες και κυρίως για την
υποβάθμιση των θεσμικών θεμάτων στην ιεράρχηση των κριτηρίων ψήφου.
Οι επιλογές του
ΣΥΡΙΖΑ, έριξαν τον πήχυ, εγκλώβισαν το πολύ δυναμικό κοινό των κεντρώων
ψηφοφόρων στην παραίτηση από το πολιτικό όνειρο, από τα μεγάλα και τα οραματικά
και το οδήγησαν στην συμπόρευση με τις δυνάμεις που αρκούνται στα πρόσκαιρα και
τα ελάχιστα αναγκαία, δηλαδή, στη διεκπεραίωση της καθημερινότητας.
Τρίτη 21 Ιουνίου 2022
Μην πληγώνουμε τη Δημοκρατία με τακτικισμούς
Οι πρόωρες εκλογές
είναι θεσμική εκτροπή, ακριβώς γιατί δεν είναι πια η εξαίρεση αλλά ο κανόνας.
Έχουν πολλάκις εργαλειοποιηθεί από τους πρωθυπουργούς στα ύστερα χρόνια της
Μεταπολίτευσης, κυρίως όταν οι πρωθυπουργοί δεν είχαν την πολιτική επάρκεια να
αντιμετωπίσουν τα προβλήματα ή την πολιτική ωριμότητα και τα δημοκρατικά
αντανακλαστικά να αποδεχθούν τις συνέπειες των επιλογών τους και να εξαντλήσουν
την τετραετία.
Οι πρόωρες εκλογές θα
ήταν λύση αν προσέφευγε σε αυτές κάποιος πρωθυπουργός προκειμένου να βγάλει τη
χώρα από μια στενωπό ή να αντιμετωπίσει μία κρίσιμη κατάσταση στο χρόνο που υπολείπεται για τη λήξη της τετραετίας και
όχι για να πετύχει την ανανέωσή της.
Παρά το γεγονός ότι
ο πρωθυπουργός δήλωσε πως «πάντα
συντρέχουν λόγοι για πρόωρες εκλογές και πολύ περισσότεροι για εκλογές στο
τέλος της τετραετίας», αν τελικά διεξαχθούν πρόωρα, θα έχουν ιδιαίτερο
ενδιαφέρον.
Κατά κανόνα όταν οι
πρόωρες εκλογές διεξάγονται υπό τη δαμόκλειο σπάθη ενός σημαντικού εθνικού
θέματος (λ.χ. σχέσεις με γειτονικές χώρες ή μεγάλες φυσικές καταστροφές),
ευνοούν την απερχόμενη κυβέρνηση, η οποία προφασιζόμενη πολιτική κρίση εγείρει
τον φόβο και εκείνα τα αντανακλαστικά των πολιτών που τους κάνουν να μην
επιδιώκουν πολιτική αλλαγή, αλλά σταθερότητα.
Οι επόμενες εκλογές,
όποτε κι αν γίνουν, θα γίνουν με απλή αναλογική, η οποία αναμένεται να
προκαλέσει φυγόκεντρες τάσεις στα μεγάλα κόμματα (Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ). Ένα τέτοιο
ενδεχόμενο θα μπορούσε να αναδείξει σε πολιτικό παίχτη και οιονεί κυβερνητικό
εταίρο κάποιο από τα μικρότερα κόμματα, με το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝ.ΑΛ. να έχει σαφές
προβάδισμα για αυτή τη θέση και τα κόμματα στις από τα δεξιά παρυφές της Ν.Δ.,
να διεκδικούν ρυθμιστικό ρόλο στο χώρο της δεξιάς μεσοτοιχίας.
Με την προκήρυξη
πρόωρων εκλογών το αφήγημα της αναγκαίας για την οικονομία και την κοινωνία
πολιτικής σταθερότητας θα καταρρεύσει και η ρητορική του ανολοκλήρωτου
κυβερνητικού προγράμματος θα είναι κενό γράμμα. Οι πολίτες θα χάσουν την
εμπιστοσύνη τους στην πολιτική και η συνέπεια του πολιτικού λόγου θα γίνει
ανάμνηση.
Δεν ξέρω τι θα φέρει
η πολιτική πραγματικότητα, αλλά, αν Δημοκρατία είναι η μεγαλύτερη ιδέα του
κόσμου, αν είναι ό,τι μας ενώνει και καθιστά αυτή τη χώρα ένα μεγάλο έθνος, καλό
θα ήταν να μην την πληγώνουμε με τακτικισμούς. Αυτό που κατάφεραν τα τελευταία
χρόνια οι πρόωρες εκλογές ήταν, αντί για λύσεις, να φέρουν λιγότερη Δημοκρατία!
Δημοσίευση:
Εφημερίδα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», 18/6/22, σελ. 7
Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017
Αναζητούν πολιτική στέγη και ηγέτη
Οι ψηφοφόροι του πάλαι ποτέ κραταιού ΠΑΣΟΚ
Η οικονομική κρίση που περνά τα τελευταία χρόνια η χώρα έφερε στην επιφάνεια μεταξύ άλλων την ατελή εξέλιξη του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης. Η έλλειψη πόρων ανέδειξε τις παθογένειες της πολιτικής και την χαμηλής πολιτικής ωριμότητας κρίση των πολιτών.
Πολίτες
που στην πλειοψηφία τους αρέσκονται στο να εθελοτυφλούν και να κρίνουν από το
τραγούδι της εκάστοτε πολιτικής σειρήνας, διότι έτσι έμαθαν. Άνθρωποι που
πιστεύουν ότι στη ζωή τα πράγματα γίνονται με τρόπο και όχι με κόπο καθίστανται
εύκολη λεία για τον δημαγωγό που ανέξοδα υπόσχεται. Δοκιμάζουν τη ματαίωση στα
μέσα κάθε πολιτικού κύκλου και αναζητούν νέα πολιτική έκφραση. Αυτή είναι η
συνήθης περιφερόμενη ομάδα ψηφοφόρων που κρίνει το εκλογικό αποτέλεσμα μια και
έχει πειστεί ότι η ιδεολογική συνέπεια δεν της ταιριάζει.


