Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Ποιος θα μιλήσει για την Ελλάδα του 2050;


    Η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, απροετοίμαστη για ακόμη μία φορά να συζητήσει όσα πραγματικά θα καθορίσουν το μέλλον της. Σε μια εποχή κατά την οποία, αν ήμασταν Γαλάτες, θα λέγαμε ότι ο ουρανός έχει ήδη πέσει στο κεφάλι μας, συνεχίζουμε το business as usual. Οι έντονες ανακατατάξεις, η αβεβαιότητα, οι κοινωνικές πιέσεις και οι τεχνολογικές αλλαγές διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον, απέναντι στο οποίο το πολιτικό σύστημα αποφεύγει να τοποθετηθεί με σαφήνεια.

    Ζούμε σε μια περίοδο μετάβασης, όπου η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει τις εξελίξεις. Κάποιοι την παρομοιάζουν με τον Μεσοπόλεμο. Νομίζω ότι θυμίζει περισσότερο τη Βιομηχανική Επανάσταση: μια εποχή που δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο παραγωγής και κατανομής του πλούτου, αλλά και όσα οι κοινωνίες θεωρούσαν σημαντικά. Η εργασία, η παραγωγικότητα, η γνώση και η κατοχή της τεχνολογίας απέκτησαν νέο βάρος και έδωσαν διαφορετικό νόημα στην πρόοδο και στην ατομική επιτυχία.

    Σήμερα, οι πολίτες νιώθουν ανυπεράσπιστοι μπροστά στο άγνωστο. Η αδυναμία να φανταστούμε το μέλλον με όρους προόδου και εξέλιξης έχει καλλιεργήσει μια διάχυτη αίσθηση ματαιότητας και παραίτησης. Έχει εδραιωθεί η πεποίθηση ότι η επόμενη γενιά θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη και δε φαίνεται να γίνεται συστηματική προσπάθεια να το ανατρέψουμε.

    Η τρέχουσα πολιτική συζήτηση δεν αφορά την Ελλάδα του 2050. Δεν θέτει στόχους, δεν περιγράφει ποια χώρα θέλουμε να έχουμε, ούτε εξηγεί πώς θα αυξηθεί ο παραγόμενος πλούτος. Αντίθετα, αναλώνεται κυρίως σε δύο πεδία: στην αναδιανομή του υπάρχοντος πλούτου με όρους μιζέριας και στην εκλογική αριθμητική.

    Το πρώτο πεδίο είναι η παροχολογία, στη λογική του «Τόσα δίνω, πόσα θες;». Δέκατη τρίτη σύνταξη, επιδόματα, δωρεάν μετακινήσεις και άλλες εξαγγελίες που μπορεί να είναι αναγκαίες ή δίκαιες αλλά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: πώς θα αυξηθεί το ΑΕΠ, ώστε να υπάρχουν περισσότερα ταμειακά διαθέσιμα για ουσιαστική και διατηρήσιμη αναδιανομή; Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η κοινωνική πολιτική, αλλά οι παροχές που παρουσιάζονται ως υποκατάστατο ενός σχεδίου ανάπτυξης.

    Το δεύτερο πεδίο είναι οι εκλογικές επιδόσεις των κομμάτων. Τα κόμματα, με χαρτί και μολύβι, αναζητούν τον συνδυασμό που θα τους εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή θέση την επομένη των εκλογών. Όλα αυτά στο όνομα της εκλογικής επιβίωσης και όχι της θωράκισης της χώρας απέναντι στις αλλαγές που έχουν ήδη δρομολογηθεί.

    Η πραγματική συζήτηση θα έπρεπε να αφορά στο παραγωγικό μοντέλο, στην επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία, τη δημογραφική συρρίκνωση, την εκπαίδευση, την ενεργειακή ασφάλεια και τη θέση της χώρας στον νέο διεθνή καταμερισμό ισχύος.

    Το πραγματικό ερώτημα των επόμενων εκλογών δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει μετά την κάλπη. Είναι ποια Ελλάδα θα υπάρχει το 2050 και αν θα έχουμε αρχίσει να την οικοδομούμε.

    Ενδέχεται όμως να έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν! Οψόμεθα!

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026, σ.12  

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: