Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Θέλουν κυβέρνηση Τσίπρα, αλλά χωρίς την ατζέντα του ΣΥΡΙΖΑ

 
Τελευταία είναι της μόδας η συζήτηση για την Κεντροαριστερά και το μέλλον της. Μάλιστα, οι συζητούντες υπονοούν ότι μπορεί να καθορίσει ακόμα και τη σωτηρία της χώρας. Δεν πιστεύω ότι η ανάταση της χώρας θα έρθει από την Κεντροαριστερά, ούτε διαφωνώ απόλυτα με την υπόθεση αυτή. Πιστεύω απλώς ότι η συζήτηση πρέπει να γίνει σε άλλη βάση. Δεν θα κρίνω τα κείμενα, τις διακηρύξεις και τις βαρύγδουπες απόψεις που οι σωτήρες της Κεντροαριστεράς καταθέτουν. Θα προτείνω απλώς μια πιο προσεκτική ματιά. Ποιοι είναι οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι; Τι πιστεύουν; Είναι πρόθυμοι να επαναστατήσουν; 

Στις έρευνες γνώμης που διεξάγουμε, καταγράφουμε συνήθως απόψεις που αφορούν στην πολιτική επικαιρότητα και ένα σύνολο χαρακτηριστικών που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε τους ερωτώμενους. Σε ερώτηση που απευθύνουμε σταθερά, ζητούμε στους πολίτες να τοποθετηθούν ιδεολογικά.
Παρατηρώντας την τελευταία δεκαετία την ταύτιση των πολιτών με την Κεντροαριστερά, θα λέγαμε ότι η πορεία των μεγεθών προοιωνίζεται την εκάστοτε επικράτηση των κομμάτων.





Τα χαρακτηριστικά του Κεντροαριστερού

Επιχειρώντας να περιγράψουμε τους κεντροαριστερούς ψηφοφόρους, θα λέγαμε ότι είναι οι πολίτες που πιστεύουν στη δύναμη της πολιτικής και αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων, χωρίς όμως να υποτιμούν το ρόλο του Κράτους. Είναι εκείνοι που με τις απόψεις τους έχουν προηγηθεί του κυρίαρχου ρεύματος που διαμορφώνεται στην κοινωνία. Είναι οι ψηφοφόροι που υιοθετούν ήπιους τόνους, δεν παίρνουν ακραίες θέσεις και με κοινωνική ευαισθησία, μετριοπάθεια και ρεαλισμό αντιλαμβάνονται την ανάγκη προσαρμογής των πολιτικών στα σύγχρονα δεδομένα. Διατηρούν την ιδεολογία τους, αλλά όχι απαραίτητα και την κομματική τους σύνδεση. Κρίνουν την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική και δεν διστάζουν να ταυτιστούν αν δουν κάτι σωστό.


Η Κεντροαριστερά του 2003 – 2009

Η εγγύτητα των πολιτών με την Κεντροαριστερά μπορεί να απεικονίσει τις πολιτικές εξελίξεις. Πριν από τις εκλογές του 2004, οι πολίτες παρουσίασαν τάσεις φυγής, κάτι που επιβεβαιώθηκε από την επικράτηση της ΝΔ στις εκλογές. Ο «επαναπατρισμός» των ψηφοφόρων στην Κεντροαριστερά, από το 2006 και μετά, ταυτίστηκε με τη σταδιακή ανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ και την εκλογή του το 2009.

Οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι της περιόδου 2003 – 2009, αναγνωρίζουν τη σημασία της πολιτικής και θεωρούν ότι τα κόμματα μπορούν να λύσουν τα προβλήματα του τόπου, αναδεικνύουν την πάταξη της διαφθοράς ως μείζον θέμα και δεν διστάζουν να δηλώσουν πως ο τότε Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής είχε τη διάθεση να την πατάξει. Αν και ταυτίζονται πολιτικά με το ΠΑΣΟΚ, τα πρώτα χρόνια επισημαίνουν τα τρωτά σημεία της ηγεσίας του και με κριτική στάση παρακολουθούν τις πρωτοβουλίες του Γ. Παπανδρέου, μέχρι να αποφανθούν πως εκείνος και το ΠΑΣΟΚ είναι έτοιμοι να κυβερνήσουν την χώρα (Ιούνιος 2008).
Στα πιο βαριά πολιτικά θέματα εκφράζονται χωρίς στεγανά. Δεν επιθυμούν τις συχνές συνταγματικές αναθεωρήσεις και θεωρούν ότι οι βουλευτές πρέπει να είναι πλήρους απασχόλησης. Διαφωνούν με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, καθώς θα  υποβαθμιστούν τα δημόσια, αλλά πιστεύουν στην κατάργηση του ασύλου. Υποστηρίζουν τη μη μονιμότητα των νεοπροσλαμβανομένων στο δημόσιο, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα, και υποστηρίζουν θερμά το διαχωρισμό Κράτους - Εκκλησίας. Πιστεύουν ότι οι ΔΕΚΟ πρέπει να ελέγχονται από το Κράτος και πως τα κλειστά επαγγέλματα πρέπει να ανοίξουν. Πρώτοι τον Απρίλιο του 2009 διατυπώνουν τη γνώμη πως η χώρα χρειάζεται κυβερνήσεις συνεργασίας.  





Πρόθυμοι για θυσίες και συνεργασίες το 2009
Οι ψηφοφόροι της Κεντροαριστεράς, έχοντας ψηφίσει στη συντριπτική τους πλειοψηφία ΠΑΣΟΚ το 2009, υποστηρίζουν συνειδητά την πολιτική της κυβέρνησης. Δηλώνουν πρόθυμοι να κάνουν θυσίες, για να βγει η χώρα από την οικονομική στενωπό, και τονίζουν την ανάγκη συναίνεσης κομμάτων και συνδικαλιστών με την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αν και ανησυχούν για μια ανεξέλεγκτη κοινωνική έκρηξη.
Αν και πίστευαν ότι η κυβέρνηση απέκλινε από τις προεκλογικές της υποσχέσεις, θεώρησαν την υπαγωγή στο μηχανισμό στήριξης ως τη μόνη λύση (κάτι που πιστεύουν ακόμη). Διατύπωναν ότι «η χώρα θα υποφέρει, αλλά θα τα καταφέρει», ενώ θεωρούσαν πως η ΕΕ δεν θα μας άφηνε να χρεοκοπήσουμε.

Φυγόκεντρες τάσεις από το χώρο του ΠΑΣΟΚ
Οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι ήταν οι τελευταίοι που απέσυραν την εμπιστοσύνη τους από τον Γ. Παπανδρέου και εκείνοι που αναγνώρισαν ότι οι κινήσεις του είχαν πολιτική ανιδιοτέλεια και στόχευαν στην διάσωση της χώρας. Παρά το γεγονός  ότι πλέον πίστευαν πως στη χώρα θα έρθουν χειρότερες μέρες, επέμεναν στη διακομματική συναίνεση και δήλωναν πως θα ψήφιζαν στις εκλογές του 2012 «για να κυβερνηθεί ο τόπος». Έκτοτε ανέπτυξαν φυγόκεντρες τάσεις από το χώρο του ΠΑΣΟΚ αλλά όχι από την κεντροαριστερή ιδεολογία.
Σήμερα, με την Κεντροαριστερά ταυτίζονται ένας στους πέντε πολίτες, άνω των 45 χρόνων, κυρίως από τα αστικά κέντρα, απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ελεύθεροι επαγγελματίες, μισθωτοί και συνταξιούχοι.

Τώρα μπορούμε και χωρίς Μνημόνιο
Είναι απαισιόδοξοι για το μέλλον της χώρας, πιστεύουν πως τώρα πια η χώρα μπορεί να κυβερνηθεί χωρίς Μνημόνια και θεωρούν εφικτή μια σκληρή διαπραγμάτευση με την τρόικα. Κατά κανόνα πληρώνουν τους φόρους τους και, αν και καθημαγμένοι φορολογικά, σκέπτονται ψύχραιμα. Βλέπουν την οικονομία να χειροτερεύει αλλά, παράλληλα κατά το 1/3 πιστεύουν στην αναθέρμανσή της από τη ρύθμιση των «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων, βλέπουν την παραμονή Σαμαρά αναγκαία για να μη χαθεί ό,τι κερδήθηκε μέχρι σήμερα και ελπίζουν η Ελλάδα μετά την κρίση να γίνει μια σύγχρονη δυτική χώρα.
Στην πλειοψηφία τους επιλέγουν ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να υιοθετούν την ατζέντα του. Δεν επιθυμούν, για παράδειγμα, εκλογές και θεωρούν ανεύθυνη στάση το να μην ψηφίσει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 




Βλέπουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει

Διαβλέπουν πως ήρθε η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει, χωρίς όμως να είναι έτοιμος. Αν και επιθυμούν από τις εκλογές να προκύψει μια κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, πιστεύουν ότι είναι μέρος του συστήματος που δεν θα συγκρουστεί με τη διαπλοκή.
Η προσπάθεια προσέλκυσης των ψηφοφόρων της Κεντροαριστεράς είναι σήμερα το στοίχημα για τις δυνάμεις που επιδιώκουν την επικράτηση στο χώρο της Δημοκρατικής Παράταξης. Στον αδήριτο όμως νόμο της σύγκρισης οφείλουν να μπορούν να απαντήσουν στα προβλήματα των πολιτών, προκειμένου να κατακτήσουν την κρίσιμη εκείνη μάζα που μπορεί να κρίνει την πολιτική κυριαρχία. Η κεντροαριστερή ιδεολογία δεν είναι κάτι στατικό, είναι δυναμική και οφείλει να επικαιροποιείται με τη συγκυρία. Οι πολίτες το επιθυμούν, μένει να δούμε ποια κόμματα θα μπορέσουν να το κάνουν.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘Στο Καρφί’, Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Όπως προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις


Οι πολίτες νιώθουν ότι ήρθε η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει
Η είσοδος της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης και το ΔΝΤ απελευθέρωσε τις πολιτικές δυνάμεις και σηματοδότησε το τέλος της Μεταπολίτευσης. Οι ως πρόσφατα δεδομένες κομματικές ταυτίσεις κατέρρευσαν και οι πολίτες χωρίς πολλές σκέψεις ανέπτυξαν φυγόκεντρες δυνάμεις από τους άλλοτε κραταιούς κομματικούς σχηματισμούς.
Οι ορισμοί, οι ταμπέλες, οι λέξεις που πριν μερικά χρόνια φάνταζαν ακραίες, σήμερα μπορούν να οδηγήσουν στο Κοινοβούλιο ή και στην πλειοψηφία.
Οι ευρωεκλογές του Μαΐου επιβεβαίωσαν την εικόνα που αναδείκνυε η κοινωνία. Τη δυσαρέσκεια των πολιτών από την κυβερνητική πολιτική και το πολιτικό προβάδισμα του ΣΥΡΙΖΑ.
Μεταξύ των εκλογών, προκειμένου να καταγράψουμε τις τάσεις της κοινωνίας και τις γνώμες των πολιτών, διεξάγουμε έρευνες γνώμης και «ακτινογραφούμε» τους ψηφοφόρους των κομμάτων. Στις δημοσκοπήσεις αυτής της περιόδου καταγράφουμε μεν την υπεροχή του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και το αδιέξοδο της ελληνικής κοινωνίας: Δυσαρέσκεια από την κυβέρνηση, δυσπιστία για το ΣΥΡΙΖΑ.
Πιο συγκεκριμένα, σήμερα τη ΝΔ στηρίζουν όσοι δεν επιθυμούν ανατροπές: Οι συνταξιούχοι, οι νοικοκυρές και οι αγρότες, οι γυναίκες και οι πολίτες άνω των 65 ετών. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η ΝΔ είναι ίσως η μόνη πολιτική δύναμη που έχει εφεδρείες, καθώς τα όμορά της πολιτικά κόμματα, που αυτή τη στιγμή δείχνουν να επιβιώνουν, μπορεί, αν συμπιεστούν, να την ενισχύσουν εκλογικά.
Οι κοινωνικές ομάδες που στηρίζουν το ΣΥΡΙΖΑ είναι οι άνδρες ψηφοφόροι, οι κάτοικοι των αστικών κέντρων, οι άνεργοι, οι φοιτητές και οι εργαζόμενοι όλων των κλάδων, ιδιαίτερα οι δημόσιοι υπάλληλοι, και βεβαίως οι παραγωγικές ηλικίες, με τη μεγαλύτερη υποστήριξη να προέρχεται από την ηλικιακή ομάδα 45 έως 54 χρόνων.
Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πια το περιχαρακωμένο κοινό που ταυτιζόταν με την ιδεολογική πλατφόρμα της αριστερής προσέγγισης. Οι σημερινοί του ψηφοφόροι έχουν μετακινηθεί από άλλους χώρους και φέρουν μαζί την προίκα τους, τις ιδέες τους. Συμφωνούν για παράδειγμα με την απόφαση του πρύτανη του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, να ελέγχεται ποιος μπαίνει στο πανεπιστήμιο (69,9%), ή δεν επιθυμούν να επιτραπούν γάμοι μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου (57,3%) και ακόμη και σε πιο βαριά πολιτικά ζητήματα δεν ταυτίζονται με τις επιλογές της Κουμουνδούρου. Ένας στους πέντε (19,8%) ψηφοφόρους, παρά το γεγονός ότι έχει επιλέξει να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, θεωρεί τις πρόωρες εκλογές καταστροφικές για την οικονομία, ενώ ένας στους τέσσερις δηλώνει πως θα επιθυμούσε εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή (25,5%) και έχει συνειδητοποιήσει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει (25,3%). Οι ψηφοφόροι του πιστεύουν επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μέρος του συστήματος (28,6%) και αν γίνει κυβέρνηση, δεν θα συγκρουστεί με τα συμφέροντα και τη «διαπλοκή» (30,4%).  
Οι πολίτες, με τις απόψεις που διατυπώνουν, εμφανίζονται προσγειωμένοι και ρεαλιστές. Αν και δεν μοιράζονται πολλές από τις ιδέες του ΣΥΡΙΖΑ, νιώθουν πως ήρθε η ώρα του να κυβερνήσει και προτίθενται να του δώσουν την ευκαιρία.
Για το ΣΥΡΙΖΑ η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα, πρέπει να διαλέξει αν θα επιλέξει να στηριχθεί στο πολιτικό ρεύμα που έχει δημιουργηθεί υπέρ του και να διαμορφώσει την πολιτική του πρόταση προσαρμόζοντάς την στο νέο του πολιτικό ακροατήριο και τις ανάγκες της κοινωνίας ή αν θα προτιμήσει την προσήλωση στο παρελθόν.  

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΟ ΠΑΡΟΝ’, Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

«Αγοράζουν χρόνο» υποτιμώντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας



Τον κίνδυνο να αυτοακυρωθεί διατρέχει το πολιτικό σύστημα, στην προοπτική να προτείνει ως υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας μη πολιτικό πρόσωπο. Την ώρα που οι βάσεις του σείονται συθέμελα, κανείς δε φαίνεται να έχει καταλάβει. Η χώρα διέρχεται βαθιά οικονομική κρίση και συνάμα δραματική κρίση αξιών και θεσμών.
Παρ’ όλα αυτά, η συζήτηση για τον διάδοχο του Κάρολου Παπούλια έχει εγκλωβιστεί στην πολιτική τακτικισμών, στην όποια μας έχει συνηθίσει εδώ και πολλές δεκαετίες το πολιτικό σύστημα.
Αντί να ασχοληθούμε με τη συζήτηση για την ενίσχυση του θεσμού του ΠτΔ και τα χαρακτηριστικά του προσώπου που θα φορέσει το κουστούμι του πρώτου πολίτη της χώρας, αντί να αναζητήσουμε ποιος μπορεί να μας τιμά ως παρουσία και να δώσει στη χώρα την αίγλη, το όραμα και το αφήγημα που θα συγκινήσει, αναλωνόμαστε στην αριθμητική και στους πιθανούς συνδυασμούς που θα αθροίσουν το μαγικό νούμερο 180. Στο βωμό της αριθμητικής διατυπώνονται πλήθος απόψεων, που στηρίζονται ακόμη και σε υποτιμητικές για την κοινωνία παραδοχές.
Αποδεχόμαστε απλοϊκά και ασμένως ότι ο ΠτΔ είναι μια φιγούρα χωρίς ισχύ, που απλώς οφείλει να υπάρχει. Πυρήνας της συζήτησης που γίνεται είναι το δόγμα «αγοράζω χρόνο». Οι σημερινοί εκπρόσωποί μας στη Βουλή έχουν μοναδικό στόχο, την παραμονή στο αξίωμα τους για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Με ένστικτο επιβίωσης, θα ψηφίσουν όποιον προταθεί. Συνάμα οι δύο πρώην πρωθυπουργοί που σήμερα έχουν την ιδιότητα του βουλευτή, οι κ.κ. Κ. Καραμανλής και Γ. Παπανδρέου, θα πράξουν το ίδιο, σαν να μην έχουν πολιτική άποψη. Ας μου επιτραπεί να αμφιβάλλω και να θεωρήσω ότι υπάρχουν πρόσωπα που οι πρώην πρωθυπουργοί δεν θα μπορούσαν, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, να ψηφίσουν.
Έχουμε λοιπόν αποδεσμεύσει την εκλογή του ΠτΔ από το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά του. Στο όνομα της «συναίνεσης» διακινείται ευρέως η άποψη πως «οι πολίτες δείχνουν να επιθυμούν για ΠτΔ ένα μη πολιτικό πρόσωπο».
Ακόμη κι αν οι πολίτες το επιθυμούν, που αμφιβάλω, ποιος και με τι κριτήρια θα επιλέξει; Η βάση των προτάσεων θα είναι με όρους επικαιρότητας ή θα στηρίζεται σε αξίες και αρχές; Και αφού δεν χρειαζόμαστε ΠτΔ κάποιον πολιτικό, ποιος τελικά είναι ο ιδανικός για την θέση του Προέδρου; Ένας καταξιωμένος επιστήμων, ένας πετυχημένος επιχειρηματίας, ένας πολίτης που με το παράδειγμά του διδάσκει ή μήπως ένας φημισμένος διεθνώς Έλληνας;
Θα κλείσω με ένα ερώτημα προς εκείνους που απορρίπτουν το ενδεχόμενο εκλογής πολιτικού στην θέση του ΠτΔ: Θυμάται άραγε κανείς πώς πέρασε στο συλλογικό ασυνείδητο η θητεία του μη πολιτικού Χρ. Σαρτζετάκη;

Δημοσίευση: Εφημερίδα "στο ΚΑΡΦΙ", 11 Οκτωβρίου 2014