Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Όταν το ΠΑΣΟΚ ταυτιζόταν με τη Δημοκρατική Παράταξη

 


               Η γνωστή τηλεοπτική ατάκα «Αχ ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια!» αποτυπώνει, ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο, τη σημερινή θέση του ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία. Κόμμα ανάμνησης, κόμμα νοσταλγίας των χρόνων της αθωότητας και λιγότερο ο πυλώνας της Δημοκρατικής Παράταξης. Και αυτό είναι το πραγματικό του δράμα.

               Το ΠΑΣΟΚ ως πολιτικός φορέας, με τα λάθη και τα σωστά του, ταυτίστηκε με την πρόοδο της χώρας. Λειτούργησε ως η μεγάλη δημοκρατική παράταξη και μπορούσε να αναγεννάται ακόμη και ύστερα από βαριές ήττες (όπως το 1989), λόγω της πολιτικής του προσαρμοστικότητας. Είχε καταφέρει να δίνει τον παλμό στην κοινωνία, να βάζει εθνικούς στόχους και να μετατρέπει την πολιτική του σε εθνικό αφήγημα και συλλογικό όραμα. Ήταν τα χρόνια που είχε πολλά να πει!

               Σήμερα περιορίζει την επιρροή του μεταξύ νοσταλγίας για τους γηραιότερους και ειρωνείας για τους νεότερους, οι οποίοι συχνά το επικαλούνται για να σατιρίσουν υπενθυμίζοντας, έστω και άδικα, τις παθογένειες που συνδέθηκαν με τη δημοσιονομική κρίση.

               Επιχειρώντας μια ποσοτική αποτύπωση, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική. Οι 3.012.542 ψηφοφόροι που έδωσαν στο ΠΑΣΟΚ την τελευταία αυτοδύναμη κυβέρνηση το 2009 είναι σήμερα άνω των 35 ετών. Αυτό σημαίνει ότι περίπου το ένα τέταρτο του σημερινού εκλογικού σώματος δεν έχει καμία βιωματική εμπειρία κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Στις εκλογές του Μαΐου 2023, η τρίτη θέση εξασφαλίστηκε από 676.145 ψηφοφόρους, μόλις το 22,4% της εκλογικής του δύναμης το 2009. Το «Πρόεδρε, δεν αρέσουμε» της Μελίνας Μερκούρη μοιάζει ξανά επίκαιρο, περιγράφοντας με ακρίβεια την απόσταση που έχει δημιουργηθεί μεταξύ κόμματος και κοινωνίας, χωρίς όμως να δείχνει και τον δρόμο της υπέρβασής της.

               Το πρόβλημα γίνεται βαθύτερο από τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να αντιστέκεται στην ουσιαστική αυτοκριτική και στην αναζήτηση των αιτίων της περιορισμένης εκλογικής του επιρροής. Η αποτυχία επίτευξης της δεύτερης θέσης στις ευρωεκλογές του 2024 δεν οδήγησε σε μια ουσιαστική πολιτική συζήτηση με στόχο την αναζήτηση πολιτικού στίγματος και νέων πολιτικών εργαλείων για την προσέγγιση και ερμηνεία της πολιτικής πραγματικότητας, αλλά περιορίστηκε σε μια συνεδρίαση Κεντρικής Επιτροπής, όπου ο Πρόεδρός του, δεν «απολογήθηκε» για την πολιτική αποτυχία, αλλά «σήκωσε το γάντι» και πήγε σε εσωκομματικές εκλογές απαντώντας στις τηλεοπτικές προκλήσεις των στελεχών του.

               Εδώ ακριβώς εντοπίζω και το λάθος. Το ΠΑΣΟΚ δεν λειτουργεί πολιτικά και αυτό η κοινωνία το εισπράττει. Γι’ αυτό και δεν το ταυτίζει πλέον με τη Δημοκρατική Παράταξη. Διότι αντί να παράγει πολιτική και να προκαλεί πολιτικό ενδιαφέρον, αρκείται στη διαχείριση του πολιτικού συναισθήματος και ενίοτε στον εκβιασμό της συναισθηματικής ψήφου. Δεν ερμηνεύει τη σύγχρονη πραγματικότητα, αναπαράγει εργαλεία και αντιλήψεις της Μεταπολίτευσης. Με αυτή την τακτική εγκλωβίζεται σε χαμηλά ποσοστά που του εξασφαλίζουν μια μικρή, ευέλικτη και πλήρως ελεγχόμενη κοινοβουλευτική παρουσία, χωρίς δυστυχώς, προοπτική διεύρυνσης.

Από κόμμα των μεγάλων λαϊκών μαζών, χωρίς πολιτικά τζάκια, με απροϋπόθετη απεύθυνση στους δημοκράτες πολίτες, κατέληξε σε ένα κλειστό σύστημα πολιτικών ομάδων, χωρίς κοινωνική απήχηση. Και αυτό ίσως είναι το πιο σαφές σημάδι ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά βαθιά πολιτικό.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’ 24 Μαρτίου 2026, σελ. 16

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

 Το σύνδρομο Goodbye Lenin της ελληνικής πολιτικής

 

Πριν από περίπου δύο δεκαετίες (2003), παρακολουθήσαμε στο σινεμά τη γερμανική κωμωδία «Goodbye Lenin». Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας από το Ανατολικό Βερολίνο, που πέφτει σε κώμα λίγο πριν την πτώση του Τείχους και ξυπνά μετά την επανένωση, έχοντας χάσει τις πολιτικές εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο, ο γιος της, για να την προστατεύσει από το σοκ των αλλαγών, προσπαθεί να αναπαραστήσει γύρω της την πραγματικότητα όπως την θυμόταν πριν πέσει σε κώμα.

Κάπως έτσι μοιάζει να λειτουργεί και το ελληνικό πολιτικό σύστημα: σκέφτεται, δρα, επιχειρηματολογεί και τελικά πολιτεύεται με όρους πρώιμης Μεταπολίτευσης. Προχωρά με τον τρόπο που είχε συνηθίσει και μιμείται τον γερμανό γιο της ασθενούς που ξύπνησε από το κώμα, ο οποίος προσποιείται πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Έτσι τα κόμματα μιλούν με γλώσσα που συγκινεί τους πολίτες της «γενιάς Πολυτεχνείου», σε μια εποχή που το κύριο σώμα των ψηφοφόρων έχει γεννηθεί μετά την Μεταπολίτευση.

Αυτή η τακτική, βολική για τους συμμετέχοντες στην πολιτική διαδικασία, καθώς θεωρείται δοκιμασμένη και αποδοτική, δεν φαίνεται να αγγίζει την κοινωνία. Έτσι, η πολιτική διαδικασία γίνεται «κλειστού στίβου» και θυμίζει ένα αθλητικό οικοσύστημα όπου μέσα στο γήπεδο οι αθλητές κάνουν ρεκόρ, οι θεατές χειροκροτούν και η κοινωνία ακούει τα αποτελέσματα, χωρίς απαραιτήτως να νιώθει ότι την αφορούν.

Κάπως έτσι εξελίσσονται και οι εσωκομματικές διαδικασίες, με πιο πρόσφατη εκείνη του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα που στη Μεταπολίτευση διακρίθηκε για την ανοιχτότητά του και την ικανότητά του να συγκεράζει διακριτές πολιτικές απόψεις, έχει μετατραπεί σε εκλογικό μηχανισμό με περιορισμένη απήχηση στην κοινωνία. Το ΠΑΣΟΚ, που είχε γείωση με την κοινωνία, που αναδείκνυε τα τοπικά στελέχη, που «ακουγόταν» και «φαινόταν» στον κόσμο, έκανε εσωκομματική διαδικασία για να θριαμβεύσουν ο νέος αλγόριθμος, οι μηχανισμοί μεταφοράς υποψηφίων και ψηφοφόρων και τελικά να ηττηθεί η εμπιστοσύνη και η αίσθηση προσβασιμότητας σε ένα κόμμα που στα πρώτα του χρόνια άνοιξε δρόμο συμμετοχής στους πολιτικά αποκλεισμένους.

Εδώ και περίπου 15 χρόνια, το ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να έχει επικαιροποιήσει τη σχέση του με την κοινωνία. Δεν μπορεί να εκφράσει τους κομματικά άστεγους πολίτες που νιώθουν ότι ανήκουν στη Δημοκρατική Παράταξη αφήνοντας ένα πολιτικό κενό που, στο σημερινό ρευστοποιημένο πολιτικό σύστημα, λειτουργεί ως σημαία ευκαιρίας για νέους σχηματισμούς.

Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι αν το ΠΑΣΟΚ επιθυμεί πραγματικά να διευρυνθεί πολιτικά ή αν θα αρκεστεί στις εκλογικές επιδόσεις που εξασφαλίζει η επίκληση της συναισθηματικής ψήφου, διατηρώντας ένα μικρό, ευέλικτο και πλήρως ελεγχόμενο σχήμα που εξασφαλίζει μεν κοινοβουλευτική παρουσία, αλλά αφήνει ακάλυπτο τον ευρύτερο χώρο της Δημοκρατικής Παράταξης. 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τρίτη 17 Μαρτίου 2026, σ.7

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

 Όταν η διαχείριση υποκαθιστά την πολιτική

Με εξαίρεση τη Ροδόπη, τον Ιούνιο του 2023 ο εκλογικός χάρτης της Ελλάδας βάφτηκε μπλε. Η νίκη της ΝΔ και του κ. Μητσοτάκη, αν και αδιαμφισβήτητη, δημιούργησε ερωτήματα σε επίπεδο πολιτικής ανάλυσης αλλά και ευρύτερου πολιτικού προβληματισμού. Τα ερωτήματα δεν αφορούσαν στην επίδοση της ΝΔ στη Λακωνία ή τις Σέρρες, αλλά στην επικράτησή της στα παραδοσιακά «κάστρα» της δημοκρατικής παράταξης. Πώς, για παράδειγμα, η Κρήτη κατέληξε να στηρίξει τη ΝΔ ή για ποιον λόγο η Δυτική Ελλάδα μετακινήθηκε εκλογικά προς αυτήν;

Η ανάλυση των δεδομένων του exit poll δείχνει ότι σε κοινωνικές ομάδες όπως οι αγρότες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες η ΝΔ προσέγγισε επίπεδα σχεδόν απόλυτης επικράτησης, υπερβαίνοντας την παραδοσιακή της εκλογική απήχηση. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε πολλούς αναλυτές σε ιδεολογικές ερμηνείες της εκλογικής συμπεριφοράς, υποστηρίζοντας ότι η στροφή του κ. Μητσοτάκη προς πιο κεντρώες πολιτικές υπήρξε ελκυστική για ψηφοφόρους προερχόμενους από άλλους πολιτικούς χώρους.

Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς η ΝΔ πλησιάζει προς τη λήξη της κυβερνητικής της θητείας, καθίσταται σαφές ότι η πολιτική πρακτική της δεν παραπέμπει σε κυβέρνηση που επικράτησε πρωτίστως με ιδεολογικούς όρους. Αντιθέτως, ζητήματα όπως η κατανομή των κονδυλίων του ΟΠΕΚΕΠΕ ή η ένταξη, αναθεώρηση και ιεράρχηση έργων του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργούν την εντύπωση ότι η κυβέρνηση συγκρότησε εκλογικές συμμαχίες στη βάση υλικών ανταλλαγμάτων και στοχευμένων οικονομικών παρεμβάσεων.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την υπόθεση ότι η εκλογική της κυριαρχία δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ιδεολογική ταύτιση ή πολιτική πειθώ, αλλά και σε μια λογική διαχείρισης πόρων που παρήγαγε συγκεκριμένα, ευνοημένα εκλογικά ακροατήρια.

Η πολιτική συνοχή, ωστόσο, δεν μπορεί να διασφαλίζεται μέσω πρακτικών οικονομικής δοσοληψίας, αλλά μέσω πολιτικών που δημιουργούν στους πολίτες την αίσθηση ότι «η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση». Σε αυτό το πεδίο, η κυβέρνηση απέτυχε, ενώ δεν έχει πλέον υπέρ της ούτε τον παράγοντα του χρόνου. Στη ρευστότητα που καταγράφηκε στις Ευρωεκλογές προστίθεται η κόπωση από την πολυετή διακυβέρνηση, η οποία εντείνεται από την αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων και επιτάχυνσης της επίλυσης των καθημερινών προβλημάτων των πολιτών.

Η παρατεταμένη κρίση με τους αγρότες, που επί εβδομάδες επηρεάζει την οικονομική και κοινωνική ζωή, επιτείνει τη φθορά της ακόμη και σε κοινωνικές ομάδες που θεωρούνταν δεδομένες, με την περιφέρεια να φαίνεται πιο πρόθυμη να απομακρυνθεί. Όμως ο εφιάλτης της κυβέρνησης είναι τα 1,77 εκατομμύρια ψηφοφόροι που έχουν την τελευταία δεκαπενταετία απομακρυνθεί από τις κάλπες και που αν κάτι τους κινητοποιήσει να ξανασυμμετάσχουν δεν θα είναι σίγουρα η εκ νέου παροχή εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η κυβέρνηση φθείρεται, αλλά αν έχει πλέον τη δυνατότητα πολιτικής ανασύνθεσης.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026, σ.12

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Αναμέτρηση στα «μαρμαρένια αλώνια»

Σε μια εποχή όπου η πραγματικότητα εξελίσσεται με καταιγιστικούς ρυθμούς, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα συχνά λειτουργεί με χρονική καθυστέρηση, όπως αποδεικνύει και ο εκ των υστέρων σχολιασμός της μακροσκελούς συνέντευξης – διαγγέλματος του κ. Αντώνη Σαμαρά, που δόθηκε στις 31 Οκτωβρίου αλλά αναλύεται αρκετές ημέρες αργότερα.

Στη συνέντευξη αυτή, ο κ. Σαμαράς δήλωσε «παρών» και επιχείρησε να κοινοποιήσει στους Έλληνες τη δική του εκδοχή της αλήθειας. Μίλησε με ύφος καθαρά μεταπολιτευτικό, παρότι ο ίδιος θεωρεί πως ζούμε ήδη στη Μετα-Μεταπολίτευση. Επιδίωξε να καταστεί σημείο αναφοράς για τον παραδοσιακό πυρήνα της Νέας Δημοκρατίας, τους ψηφοφόρους που ταυτίζουν το κόμμα ιδεολογικά με τη Δεξιά και νιώθουν αποξενωμένοι από τη σημερινή του φυσιογνωμία. Με αναφορές σε έννοιες όπως «πατριωτισμός», «αξίες» και «ειλικρίνεια», έθεσε το δικό του πλαίσιο διαφοροποίησης από την ηγεσία Μητσοτάκη, η οποία κάνει σαφές ότι επέβαλε την αποπομπή του.

Γνωρίζοντας ότι η κυβέρνηση έχει εισέλθει στη φάση της μη αναστρέψιμης φθοράς, ο πρώην πρωθυπουργός χαράσσει έναν δικό του οδικό χάρτη για την «επόμενη μέρα». Με αναδρομές στις δικές του κυβερνητικές επιλογές, επιχειρεί να ανακαλέσει μνήμες μιας Νέας Δημοκρατίας με «ιδεολογική καθαρότητα» και αναφορά στις εμβληματικές προσωπικότητες της παράταξης, ενώ ακόμη και για την περίοδο της πολιτικής του δραστηριότητας με το κόμμα της Πολιτικής Άνοιξης δίνει την εκδοχή του λέγοντας πως ήταν εντός της παράταξης.

Η συνέντευξη μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους και κάθε ακροατήριο θα βρει το δικό του σημείο ταύτισης. Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι της ΝΔ ενδέχεται να αναγνωρίσουν τον «φάρο» τους, όσοι αναζητούν διαφορετική θεώρηση των διεθνών σχέσεων τη δική τους φωνή, ενώ όσοι συγκινούνται από το τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» μια πολιτική οικειότητα. Σίγουρα όλοι οι δυσαρεστημένοι Έλληνες μπορούν να βρουν κάτι να τους εκφράσει. Ακόμη και η αντιπολίτευση να βρει επιχειρήματα για να κρίνει την κυβέρνηση.

Η παρέμβαση αυτή, ωστόσο, αναδεικνύει μια διαχρονική ελληνική παθογένεια: την τάση για έκφραση παραπόνου και αγανάκτησης, άλλοτε με και άλλοτε χωρίς τεκμηρίωση, όμως τις περισσότερες φορές χωρίς σαφή, ρεαλιστική αντιπρόταση για το μέλλον της χώρας.

Ο λόγος του κ. Σαμαρά απευθύνθηκε σε όσους εξακολουθούν να σκέφτονται με όρους Μεταπολίτευσης, στους νοσταλγούς μιας εποχής πολιτικής αναγέννησης και δημοκρατικής ανασυγκρότησης. Εκλογικά μιλώντας μίλησε σε εκείνους που ψηφίζουν ως νοσταλγοί του παρελθόντος.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, είναι αν ο προβληματισμός του κ. Σαμαρά αντανακλά περισσότερο την κοινωνική πραγματικότητα και αν οι πολίτες τον ενστερνίζονται, ή αν η προσέγγιση του κ. Μητσοτάκη βρίσκεται πιο κοντά σε έναν κόσμο που αλλάζει και επιβάλλει την προσαρμογή μας. Θα φανεί, στο επόμενο διάστημα, αν στην αναμέτρηση στα «μαρμαρένια αλώνια» θα επικρατήσει ή όχι ο Διγενής.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, 11/11/25, σ.12

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

Η «σταθερότητα» της ακινησίας

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των τριών χωρών με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ. Στον δείκτη ικανοποίησης από την οικονομική τους κατάσταση, οι Έλληνες τη βαθμολογούν με 5,3 στα 10, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 6,6. Σχεδόν οι μισοί πολίτες (46,3%) δηλώνουν ότι αδυνατούν να ανταποκριθούν σε μια έκτακτη οικονομική δαπάνη, ενώ το 43% έχουν απλήρωτες οφειλές.

Σε έρευνες που αφορούν τα εισοδήματα, οι μισθωτοί αναφέρουν πως ο μισθός τους δεν φτάνει για να «βγει» ο μήνας, ενώ και η ποιότητα των υπηρεσιών αξιολογείται αρνητικά. Σε όλα αυτά προστίθενται τα ευρήματα της παγκόσμιας έρευνας του Ινστιτούτου Gallup για την ευτυχία, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται στην 81η θέση μεταξύ 147 χωρών, με καλύτερη επίδοση στο παρελθόν την 42η θέση.

Σε γενικές γραμμές, αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα. Και δεν περιλαμβάνει την προσωπική ματαίωση που καθένας και καθεμιά μας μπορεί να αισθάνεται από μια καθημερινότητα που δεν μας αξίζει, είτε πρόκειται για τις πλημμελείς υπηρεσίες της αυτοδιοίκησης είτε για τη γενικότερη αίσθηση διαφθοράς και αδικίας.

Κι όμως, αυτή την εικόνα η κυβέρνηση αποκαλεί «σταθερότητα». Ευρισκόμενη στο δεύτερο μισό της δεύτερης θητείας της, φαίνεται να βλέπει τα πράγματα μέσα από τον δικό της μικρόκοσμο, θεωρώντας πως η κοινωνία συμμερίζεται την ίδια εντύπωση. Όμως, όπως αναφέρει και το λεξικό, σταθερότητα σημαίνει κάτι που παραμένει στην ίδια θέση ή κατάσταση. Στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης.

Οι δημοσκοπικές τάσεις δείχνουν πως τα περιθώρια ανάκαμψης του κυβερνητικού χώρου συρρικνώνονται. Αυτό αναμένεται να εντείνει τις προσπάθειες προσέγγισης δύο διαφορετικών εκλογικών δεξαμενών: των δεξιών ψηφοφόρων και του κεντρώου χώρου.

Προς τα δεξιά ενδέχεται να συγκινήσει καθώς αρκούν μερικές εθνικιστικές κορώνες και υπαινιγμοί «παράδοσης και θρησκείας» και οι πάλαι ποτέ ψηφοφόροι, στη βάση της εγγύτητας με την εξουσία και τα προνόμια που μπορεί να προσφέρει, να γυρίσουν.

Στον κεντρώο χώρο, όμως, τα πράγματα είναι αλλιώς. Εκεί, οι πολίτες δεν προσβλέπουν σε προνόμια, αλλά σε ένα διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης, αυτό που εξήγγειλε το 2019 ο κ. Μητσοτάκης, αλλά ποτέ δεν εφάρμοσε: την Ελλάδα των «αρίστων» και όχι των «αρεστών», τη χώρα της ορθής πρακτικής και του ορθού λόγου, την πολιτεία όπου δε θα λειτουργεί σαν βυζαντινή φατρία όπου η εγγύτητα, το γένος ή η οικογένεια αποτελούν κριτήριο σε κάθε απόφαση.

Ακόμη και η επίκληση της λέξης «σταθερότητα» αποκαλύπτει, τελικά, την αλαζονεία της κυβέρνησης. Χωρίς ίχνος αυτοκριτικής για το «επιτελικό κράτος» που έχει μετατραπεί σε ένα αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης που παράγει ακρίβεια, σκάνδαλα και εν τέλει πολιτική φθορά, η κυβέρνηση ανερυθρίαστα ζητά την επανεκλογή της. Ζητά δηλαδή να παραμείνει «σταθερή» στη θέση της για να συνεχίζει να παράγει ρευστότητα στις ζωές μας.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, 20/10/25, σ.12

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

Η επαναφορά του απαιτεί αλλαγή πλεύσης

 


Στην πολιτική, τόσο ο προορισμός όσο και το ταξίδι έχουν καθοριστική σημασία. Στην περίπτωση της εκ νέου δραστηριοποίησης του Αλέξη Τσίπρα, και τα δύο παραμένουν αναπάντητα. Για ποιο λόγο επιστρέφει και με ποιον στόχο; Ποιο πολιτικό κενό έρχεται να καλύψει και ποια ανάγκη της κοινωνίας να υπηρετήσει;

Στην παρούσα φάση, φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτό που βλέπει η κοινωνία: ότι υπάρχει πολιτικό κενό ηγεσίας στον χώρο μεταξύ του Κέντρου και της Αριστεράς, υπό την έννοια της ανάγκης μονοπρόσωπης εκπροσώπησης. Ένα κενό που οι υφιστάμενες πολιτικές ηγεσίες δεν έχουν καταφέρει να καλύψουν από το 2023. Ο κ. Τσίπρας πιθανότατα θεωρεί ότι η ιστορία τον καλεί ξανά, αλλά σε ποιον ρόλο; Μετά βεβαιότητας, όχι σε εκείνον του αντισυμβατικού επαναστάτη πολιτικού που θα φέρει ανατροπές. Δεν πιστεύω ότι το επιδιώκει πια. Προσπάθησε μία φορά και δεν τα κατάφερε, άλλωστε η διακυβέρνηση ρουφά τους πολιτικούς σαν δίνη.

Η επιστροφή του κ. Τσίπρα είναι σημείο των καιρών: σύμπτωμα μιας κοινωνίας με περιορισμένη συμμετοχή, ενός κομματικού φαινομένου σε αποδρομή και ενός πολιτικού συστήματος σε στασιμότητα. Όσο η πολιτική απαξιώνεται με συμβολή, και της προ δεκαπενταετίας δράσης του κ. Τσίπρα, τόσο το πολιτικό προσωπικό δεν ανανεώνεται και αναγκάζεται να επαναφέρει παλιά υλικά για να ξαναβρεί ισορροπίες. Ο προορισμός για την πολιτική σήμερα είναι η επιβίωση: να σταθεί στο ύψος που της αρμόζει και να κάνει τους πολίτες να νιώσουν ότι περιλαμβάνονται στο κάδρο της δημοκρατίας. Για να το πετύχει αυτό, ο κ. Τσίπρας οφείλει να εμφανίσει ένα άλλο πρόσωπο από αυτό που γνωρίζουμε. Ως συστημικός πολιτικός, χωρίς κορώνες και ανατρεπτική ρητορική, θα πρέπει να προβληθεί ως δύναμη σταθερότητας. Ως ακόμη ένας παράγοντας για την ενίσχυση των θεσμών και την εμβάθυνση της δημοκρατίας στη χώρα. Πρέπει να πείσει ότι μόνο με περισσότερη δημοκρατία λύνονται τα προβλήματα και ότι χωρίς λειτουργούντες θεσμούς η ανομία, η διαπλοκή και η διαφθορά ακυρώνουν τις ζωές μας. Αυτό απαιτεί αναθεωρήσεις και παραδοχή σφαλμάτων. Οφείλει να προσεγγίσει το υγιές κομμάτι της κοινωνίας που έβαλε απέναντι πριν μερικά χρόνια. Δεν μπορεί να υποτιμά τους πολίτες και να θεωρεί ότι δεν κατανόησαν, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, την περίοδο του δημοψηφίσματος. Αντί να προσπαθεί να αποφύγει την παραδοχή λαθών μέσω μιας αναθεωρημένης αφήγησης της εποχής, χρειάζεται καθαρή αυτοκριτική.

Εν ολίγοις, η επαναφορά του κ. Τσίπρα απαιτεί αλλαγή πλεύσης: με αποκήρυξη των ιδεοληψιών του παρελθόντος και με συστράτευση των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας. Των δυνάμεων που ονειρεύονται μια κανονική δυτική δημοκρατία, με αξιοκρατία και αξιοπρέπεια.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘Απογευματινή της Κυριακής’. σελ. 12

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

 Αναζητώντας τη (χαμένη) ενότητα

Ο απαράβατος κανόνας της πολιτικής υπαγορεύει ότι οι τομές, οι ρήξεις και οι μεγάλες συγκρούσεις πρέπει να γίνονται εν μέσω θριάμβου, όσο ηγείσαι του κύματος. Τότε που η κοινωνία σε αποδέχεται ανεπιφύλακτα και οι ημέτερες κομματικές δυνάμεις σιωπούν, απλώς συγκατανεύοντας.

Αυτή τη συνταγή εφάρμοσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την εκλογή του στην ηγεσία της ΝΔ έως σήμερα. Με την ώθηση του ρεύματος της εκλογής του, επέλεξε να εφαρμόσει σχέδιο αλλαγής του ιδεολογικού στίγματος της ΝΔ. Έκανε στροφή στο Κέντρο, άλλαξε ρητορική και προσπάθησε να μεταλλάξει το DNA της παράταξης. Λίγη συμπερίληψη, ένας πιο αντισυμβατικός λόγος και μάχες χωρίς ουσιαστικό πολιτικό αντίκρισμα ικανοποίησαν την ανάγκη του να νιώσει μεταρρυθμιστής μπροστά στον καθρέφτη του.

Ωστόσο, κόμμα και κοινωνία, όπως φάνηκε στις ευρωεκλογές, είχαν άλλη γνώμη. Η διολίσθηση των ποσοστών που ξεκίνησε τότε προκάλεσε την αντίδραση πρώην πρωθυπουργών και στελεχών, οι οποίοι έσπευσαν να μιλήσουν για τη λοξοδρόμηση του καραβιού. Ο «καπετάνιος» Κυριάκος Μητσοτάκης δεν άκουσε τις προειδοποιήσεις και συνέχισε αμέριμνος την πορεία προς την ξέρα.

Σήμερα που η δημοσκοπική φτώχεια έχει μεγιστοποιήσει τη γκρίνια, επήλθε ακαριαία και η συνειδητοποίηση ότι μόνο με φωτογραφία ενότητας θα επανασυσπειρωθεί η παράταξη, έτσι ο Πρωωθυπουργός επεδίωξε να μπει στο κάδρο με τους κ.κ. Καραμανλή και Σαμαρά γνωρίζοντας πως αν δεν προχωρήσουν όλοι μαζί ενωμένοι, θα πέσουν ο καθένας μόνος. Όμως ο κ. Σαμαράς δεν του έκανε τη χάρη!

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025, σ.10