Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

 Η κρίση στρατηγικής της προοδευτικής παράταξης

 


Αν σήμερα ζητούσαμε από τους Γαλάτες να μας πουν πώς βλέπουν τα πράγματα, είμαι σίγουρη ότι θα απαντούσαν πως «έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μας». Κάπως έτσι μοιάζει να αισθάνεται στις μέρες μας η πλειονότητα των ανθρώπων. Σε μια περίοδο όπου οι σταθερές έχουν καταρρεύσει και τίποτε δεν θεωρείται πια δεδομένο, οι πολίτες νιώθουν σαστισμένοι, ανασφαλείς και συχνά ανήμποροι να αντιδράσουν.

Οι αιτίες είναι πολλές. Κατά τη γνώμη μου, όμως, η καθοριστικότερη είναι η παγκόσμια ανισοκατανομή του πλούτου. Βιώνουμε μια εποχή κατά την οποία ο πλούτος παράγεται με ταχύτερο ρυθμό από ποτέ. Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί ήδη νέα δεδομένα, καθώς αναδύεται ακόμη και η συζήτηση για έναν νέο τύπο δισεκατομμυριούχου, εκείνον με τη μονοπρόσωπη εταιρεία. Ωστόσο, η συσσώρευση αυτού του πλούτου γίνεται από έναν όλο και μικρότερο αριθμό ανθρώπων. Το αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων, της κοινωνικής ανασφάλειας και του αποκλεισμού.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο δημιουργείται το κενό που θα έπρεπε να καλύψει η πολιτική, δίνοντας απαντήσεις και προτείνοντας λύσεις. Τολμώ να πω ότι αυτός είναι και ο ιστορικός προορισμός των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, δηλαδή να διαμορφώσουν μια σύγχρονη ατζέντα ανακατανομής, κοινωνικής κινητικότητας και ουσιαστικής προστασίας των πιο αδύναμων πολιτών.

Δυστυχώς, όμως, σε αυτή τη φάση δεν φαίνεται να έχουν κατανοήσει σε βάθος τη νέα πραγματικότητα ούτε να μπορούν να προτείνουν λύσεις ικανές να κινητοποιήσουν τους πολίτες.

Σε πρόσφατη τοποθέτησή του, ο Αλέξης Τσίπρας, ξεπερνώντας τη διαίρεση Αριστεράς – Δεξιάς, έθεσε τα διλήμματα «στασιμότητα ή πρόοδος» και «διαφθορά ή εντιμότητα», παρουσιάζοντας παράλληλα ορισμένες προτάσεις ανακούφισης των πιο αδύναμων πολιτών. Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, αφού χαρακτήρισε τις προτάσεις αυτές ανεφάρμοστες, μίλησε επίσης για μέτρα διευκόλυνσης της μετακίνησης των νέων στα αστικά κέντρα.

Οι εικόνες αυτές δείχνουν, πιστεύω, και το μέγεθος του προβλήματος. Οι πολιτικοί της χώρας, αντί να προτείνουν δομικές αλλαγές, αναλώνονται είτε στην παροχολογία είτε στη διλημματική διάσταση του τρόπου διακυβέρνησης χωρίς όμως να προβάλλουν έναν καθαρό στόχο.

Σήμερα, ο στόχος θα έπρεπε να είναι η ανακατανομή του πλούτου. Διότι μόνο μέσα από μια πιο δίκαιη κατανομή των ευκαιριών, των πόρων και των ωφελειών της ανάπτυξης μπορεί να επιτευχθεί κοινωνική ειρήνη. Για να γίνει αυτό, οι ίδιες οι πολιτικές δυνάμεις πρέπει να αλλάξουν τακτική. Να σταματήσουν να μιλούν τη γλώσσα της Μεταπολίτευσης, μια γλώσσα που γνωρίζουν καλά, που όμως η κοινωνία πλέον αναγνωρίζει και, ηθελημένα, παραγνωρίζει.

Με αυτή την τακτική, κινδυνεύουν να συρρικνώσουν ακόμη περισσότερο την προοδευτική παράταξη. Όσο θα διαγκωνίζονται ανάμεσα στην παροχολογία και την ασυνεννοησία, τόσο οι ανορθολογικές δυνάμεις, που αμφισβητούν κάθε δυνατότητα πραγματικής αλλαγής και επενδύουν μόνο στην τιμωρία του πολιτικού συστήματος με όρους συναισθήματος, θα καρπώνονται την οργή, την απογοήτευση και θα συμβάλλουν στην συντηρητικοποίηση της κοινωνίας.

Και έτσι, αντί να ανοίγει ο δρόμος για μια νέα προοδευτική πρόταση, θα ρίχνουν νερό στον μύλο της συντήρησης.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026, σ.10

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Πέρα από την Αριστερά και τη Δεξιά



Αν αναζητούσε κάποιος μία λέξη για να περιγράψει τη σημερινή πολιτική κατάσταση της χώρας, αυτή θα ήταν η «ρευστότητα». Οι Ευρωεκλογές, η τελευταία εθνικού χαρακτήρα κάλπη, αποτύπωσαν με σαφήνεια την αποδυνάμωση των παραδοσιακών πολιτικών ισορροπιών και την αδυναμία σταθερής εκπροσώπησης ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών ακροατηρίων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, διαμορφώνονται πλέον οι συνθήκες για την αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων αλλά και για την εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών.

Επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε τη διάθεση των πολιτών και να προβλέψουμε τις πολιτικές εξελίξεις, εξακολουθούμε να βασιζόμαστε κυρίως στη διαίρεση Αριστεράς – Δεξιάς και στο πώς θα αναδιαταχθούν οι πολιτικές δυνάμεις μέσα σε αυτήν.

Στον χώρο της Δεξιάς η εικόνα εμφανίζεται σχετικά πιο σταθερή. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να κυριαρχεί πολιτικά, καταγράφοντας ωστόσο απώλειες προς τα δεξιά της. Την ίδια στιγμή επιχειρεί να διατηρήσει την υπεροχή της στους κεντρώους ψηφοφόρους, ώστε να εξασφαλίσει ασφαλή απόσταση από το δεύτερο κόμμα και να εισέλθει στις εκλογές με όρους πολιτικής κυριαρχίας.

Αντίθετα, στην αριστερή πλευρά της ιδεολογικής κλίμακας η εικόνα παραμένει περισσότερο ρευστή. Το ΠΑΣΟΚ, που τύχη αγαθή του έδωσε τρία χρόνια πολιτικής ελευθερίας να οικοδομήσει πολιτική ηγεμονία στο χώρο, δεν κατάφερε μέχρι στιγμής να υπερβεί τον εαυτό του και να μετατραπεί από κόμμα μνήμης σε κόμμα προοπτικής. Το κενό που άφησε η αδυναμία αυτή δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την επαναφορά του Αλέξη Τσίπρα σε ρόλο πρωταγωνιστή, με το δικό του πάντα πολιτικό φορτίο από την προηγούμενη διακυβέρνησή του.

Ιδανικά λοιπόν η επιδίωξη των μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων είναι η επικαιροποίηση της διαίρεσης Αριστερά – Δεξιά καθώς αυτή είναι γνωστή και εύκολα διαχειρίσιμη.

Όμως υπάρχει μια πιο σημαντική διαίρεση και την οποία η πολιτική τάξη της χώρας δεν προσεγγίζει. Είναι μεταξύ των ορθολογιστών πολιτών, εκείνων που αποδέχονται τους θεσμούς και τη δημοκρατία, και των αποστασιοποιημένων πολιτών που κατά τεκμήριο εκφράζουν δυσπιστία προς τους θεσμούς και νομιμοποιούν στη συνείδησή τους περιθωριακές συμπεριφορές.

Αυτή η διαίρεση αναδύθηκε στα χρόνια των Μνημονίων και δεν έχει γεφυρωθεί, αλλά έχει πλέον αποκτήσει διάσταση χωρίς ιδεολογικό πρόσημο και εκφράζεται από μικρότερα κόμματα που συμμετέχουν μεν στο όνομα της Δημοκρατίας στις εκλογικές διαδικασίες, τις απορρίπτουν δε στην πράξη με την κοινωνική και κοινοβουλευτική τους συμπεριφορά όταν έχουν εκπροσώπηση. 

Χωρίς αμφιβολία δεν είναι η πρώτη φορά που η κοινωνία βιώνει αδιέξοδο, απλώς είναι η πρώτη φορά που το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να βάλει πλαίσιο, να θέσει στόχο και να προτείνει τα μέσα για την αποφυγή του. Έτσι σήμερα γίνεται η διαχείριση μιας κοινωνίας σε αμηχανία και παραίτηση, με το τελευταίο να είναι και η πηγή των προβλημάτων μας.

Στο ερώτημα ποιος θα μπορούσε να φέρει ανατροπές και να κερδίσει τις εκλογές η απάντηση προφανής: εκείνος ή εκείνη που θα νοηματοδοτήσει ξανά τη ζωή μας.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τρίτη 2 Ιουνίου 2026, σελ. 14

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

 Η δεξιά μεσοτοιχία και το ρήγμα του Βορρά


Η υποχώρηση της έντασης ισχύος της ιδεολογίας έχει τα τελευταία χρόνια ανανοηματοδοτήσει την έννοια της πολιτικής. Πρακτικές που θεωρούνταν αυτονόητες υποχώρησαν, νέες αναδείχθηκαν και άλλες επιβιώνουν περισσότερο ως πολιτική παράδοση παρά ως ζωντανή διαδικασία. Κάπως έτσι εξελίσσονται πλέον τα κομματικά συνέδρια, μακριά από την κοινωνία, σε έναν κομματικό μικρόκοσμο όπου κάθε τοποθέτηση μεγεθύνεται για τη διασφάλιση ρόλων, αξιωμάτων και μελλοντικής πολιτικής επιβίωσης.

Στο πρόσφατο Συνέδριο της ΝΔ παρακολουθήσαμε μια διαδικασία που επιχείρησε να εκπέμψει προς την κοινωνία την εικόνα μιας παράταξης με ενεργούς θεσμούς, εσωτερική συνοχή και εκλογική ετοιμότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, το συνέδριο εξυπηρέτησε πολύ διαφορετικές ανάγκες.

Τα απλά μέλη δήλωσαν κομματικό πατριωτισμό. Οι επίδοξοι διάδοχοι του Κυριάκου Μητσοτάκη φρόντισαν να καταγράψουν δημόσια τις επιφυλάξεις και τις διαφοροποιήσεις τους, ώστε σε μελλοντικό χρόνο να μπορούν να ισχυριστούν ότι «τα είχαν πει». Διότι στην πολιτική, όταν κάποιος δεν δικαιωθεί, κανείς δεν θυμάται τι είχε υποστηρίξει. Και βέβαια υπήρξε και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός τού «δεν είναι αυτό που νομίζετε», που επιχείρησε να εμφανιστεί δεκτικός στην κριτική, δηλώνοντας ότι και ο ίδιος θυμώνει με την ακρίβεια, υπονοώντας ότι «του αρέσουν οι παρατηρήσεις γιατί διορθώνεται».

Σε αυτό το πλαίσιο ακουστήκαν με ιδιαίτερη ένταση οι αγωνίες των στελεχών για τις αρχές και τις αξίες της ΝΔ, το ήθος και το DNA της παράταξης, καθώς και οι φόβοι για το ενδεχόμενο «κυβερνητικού ιδρυματισμού». Αυτές οι ανησυχίες καταγράφουν την πραγματικότητα που η κυβέρνηση επιλέγει να αγνοεί διότι εστιάζει την ανάλυσή της στη μεγάλη εικόνα των δημοσκοπήσεων όπου βλέπει μόνον την πρωτιά της ΝΔ και τη διαφορά της με το δεύτερο κόμμα. Επιλέγοντας τη βολική αυτή ανάγνωση, υποβαθμίζει την ουσιαστική εκλογική απειλή που είναι οι απώλειες προς τα δεξιά της. Εκεί όπου εντοπίζονται οι όμοροι ιδεολογικοί χώροι που αντλούν δύναμη από παραδοσιακούς ψηφοφόρους της ΝΔ, οι οποίοι απομακρύνθηκαν μετά την κεντρώα στροφή του 2019.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να επιλέγει να υποβαθμίζει την πολιτική κινητικότητα που αναπτύσσεται στη δεξιά «μεσοτοιχία», αυτό όμως δεν την αναιρεί. Το πρόβλημα αυτό φαίνεται να έχει και γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Ο εσωτερικός διχασμός στον χώρο της Δεξιάς θα μπορούσε να τιτλοφορείται ως «Βόρειοι και Νότιοι». Κόμματα με έδρα τη Θεσσαλονίκη και ατζέντα λαϊκή, συντηρητική και συχνά αναχρονιστική, παγιώνουν την πολιτική και πολιτισμική μετατόπιση της πόλης από πόλη εξωστρεφή και κοσμοπολίτισσα σε επαρχιακή μεγαλούπολη του Βορρά με αισθητική που παραπέμπει σε προηγούμενες δεκαετίες. Μια κουλτούρα που όσο παρήγε βολικά εκλογικά αποτελέσματα συντηρείτο στο όνομα της «παράδοσης» και της «αυθεντικότητας».

Σήμερα όμως η αντιμετώπιση της Βόρειας Ελλάδας ως εκλογικού μηχανισμού και λιγότερο ως πεδίου ουσιαστικής ανάπτυξης, θεσμικής ενίσχυσης και στρατηγικού σχεδιασμού όπου επιδιώκαμε συστηματικά τη διέγερση του θυμικού των πολιτών (βλέπε Μακεδονικό), αφήνοντας χώρο σε αλλότρια κέντρα επιρροής να αποκτήσουν παρουσία με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, επιστρέφει ως πολιτικό κόστος. Οι βουλευτές το βιώνουν και δε μπορούν να το αποτρέψουν, το Μαξίμου ακούει;

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 21 Μαΐου 2026, σ. 14

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

 Η επίπλαστη εικόνα μιας (προσωρινής) εκεχειρίας

 


Η πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν η ωραία ατμόσφαιρα που επιχειρήθηκε να προβληθεί προς την κοινή γνώμη, ούτε μια ουσιαστική διαδικασία αυτοκριτικής για να εμπεδωθεί το γνωστό «μου αρέσουν οι παρατηρήσεις, διορθώνομαι» όπως ο Πρωθυπουργός σημείωνε μετά και την επιστολή των πέντε βουλευτών της ΝΔ (ΤΑ ΝΕΑ, 28/4/2026) .

Ήταν, αντίθετα, μία από τις ελάχιστες συνεδριάσεις της Κ.Ο. που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της κυβερνητικής θητείας και, όπως συχνά συμβαίνει, οι συνεδριάσεις των Κοινοβουλευτικών Ομάδων γίνονται πιο δύσκολες όταν έχει ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για μια κυβέρνηση.

Έτσι στη συνεδρίαση αυτή παρατηρήσαμε ότι το ένα τρίτο σχεδόν των βουλευτών πήρε το λόγο και εξέφρασε τις απόψεις του. Κάποιοι κατέθεσαν τις αυθεντικές ανησυχίες τους, άλλοι διατύπωσαν τις προσωπικές τους επιδιώξεις, οι πιο θερμόαιμοι επετέθησαν ακόμη και στους θεσμούς που θεωρούν ενοχλητικούς (λ.χ. Ευρωπαϊκή Εισαγγελία), ενώ ορισμένοι θέλησαν να προβληθούν ως θεματοφύλακες και «πρωθυπουργικότεροι του πρωθυπουργού», επιχειρώντας να οριοθετήσουν τα στρατόπεδα και ίσως να χαράξουν τη διαχωριστική γραμμή για τις εκλογές με το βλέμμα στην επόμενη μέρα.

Σε αυτή τη συνεδρίαση έγινε προσπάθεια άμβλυνσης των εντάσεων εν όψει εκλογών, προκειμένου οι βουλευτές να πάψουν να αποτελούν πονοκέφαλο για την κυβέρνηση που έχει ανοιχτά μέτωπα με την κοινωνία.

Δεν έγινε ουσιαστική συζήτηση ούτε για τον αποδυναμωμένο ρόλο του βουλευτή, ούτε για τη λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ούτε για την ποιότητα της κοινοβουλευτικής λειτουργίας συνολικά. Η συνεδρίαση λειτούργησε κυρίως ως μηχανισμός προσωρινής εκεχειρίας και τακτοποίησης ανοιχτών λογαριασμών.

Όλοι, ελεγχόμενοι και μη, διασφάλισαν τη συμμετοχή τους στα ψηφοδέλτια, με την επίκληση από τον Πρωθυπουργό του τεκμηρίου της αθωότητας (δικαίως ενδεχομένως) και άπαντες εκλήθησαν να «ιδρώσουν τη φανέλα» παίρνοντας εντολή να πέσουν στην αρένα της εκλογικής μάχης για την υπέρ πάντων τρίτη τετραετία. Με οπαδικού τύπου προσέγγιση επιβλήθηκε σιωπητήριο, η πολιτική υποχώρησε μπροστά στην ανάγκη κομματικής συσπείρωσης και ο πρωθυπουργός εξασφάλισε αυτό που επιδίωκε περισσότερο: μια προσωρινή εσωτερική ειρήνη ώστε να διαχειριστεί τη διογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια.

Αυτή η δυσαρέσκεια δεν προκύπτει μόνον από τη ζοφερή καθημερινότητα των πολιτών. Αφορά υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και οι υποκλοπές, που προκαλούν την κοινωνική αντίδραση καθώς ακουμπούν θέματα θεσμών και πολιτικής ηθικής.

Η κυβέρνηση επικαλείται πολιτική υπεροπλία διαβάζοντας τους αριθμούς των δημοσκοπήσεων και δημιουργεί εντυπώσεις, κατά βάθος όμως γνωρίζει πως μόλις ένας στους πέντε ψηφοφόρους εγκρίνει τις πολιτικές της, ενώ όλοι οι άλλοι είναι απέναντι. Σε μια συνθήκη απόλυτης ρευστότητας και καθώς στην πολιτική δεν υπάρχουν αδιέξοδα, δε θα αργήσει ο χρόνος που η κοινωνική δυσαρέσκεια θα βρει την πολιτική της έκφραση. Τότε η πραγματικότητα ενδέχεται να αποδομήσει τα εκβιαστικά διλήμματα της δήθεν σταθερότητας.

 

Δημοσίευση: ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο, 9 Μαΐου 2026, σ. 47

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

 Η αυταπάτη του αναντικατάστατου


 
               Οι κοινωνικές συνθήκες υπό τις οποίες εξελέγη η κυβέρνηση της ΝΔ το 2019 θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμη και ιδανικές. Η χώρα είχε βγει από την μνημονιακή φάση δημοσιονομικά δυνατότερη και κοινωνικά πιο ανθεκτική στις αλλαγές. Στην πλειοψηφία τους, οι πολίτες, ακόμη και όσοι δεν αποδέχονταν τη μνημονιακή πραγματικότητα, είχαν συνειδητοποιήσει ότι το σοκ της χρεοκοπίας μπορούσε να λειτουργήσει λυτρωτικά: ως αφετηρία για μια επανεκκίνηση και ως ευκαιρία να διορθωθούν στρεβλώσεις δεκαετιών.

               Η κοινωνία δεν ήταν απλώς έτοιμη, ζητούσε αλλαγές. Η κυβέρνηση του 2019 ήταν η πρώτη αυτοδύναμη έπειτα από δέκα χρόνια. Ο κ. Μητσοτάκης κυριάρχησε πολιτικά με μια θετική πρόταση, να μετατρέψει την Ελλάδα σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, όπου οι αυτονόητες παροχές προς τους πολίτες δεν θα ήταν θέμα συζήτησης. Έδωσε την εντύπωση ότι είχε απορρίψει τις πολιτικές πρακτικές του παρελθόντος, ότι θα πολιτευόταν χωρίς ιδεοληψίες και στεγανά, ότι θα λειτουργούσε με κανόνες, αξιοκρατία και θεσμικότητα. Σε αυτό το αφήγημα, εγγύηση για ένα διαφορετικό «πολιτεύεσθαι» ήταν η εικόνα του κοσμοπολίτη, σύγχρονου, δυτικοτραφούς ηγέτη που εξέπεμπε.

               Τα χρόνια που ακολούθησαν, διέψευσαν τις προσδοκίες. Τα «έργα και οι ημέρες» της διακυβέρνησης είναι πλέον γνωστά και αναδεικνύουν την αδυναμία υπέρβασης βαθιά ριζωμένων πολιτικών πρακτικών. Η κυβέρνηση δεν κατάφερε να αποκοπεί ουσιαστικά από τις παραδοσιακές λογικές της παράταξης ούτε να διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό ύφος που να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές απαιτήσεις.

               Η πρόσφατη υπόθεση Λαζαρίδη έρχεται να επιβεβαιώσει ακριβώς αυτό: την επιμονή σε μια πολιτική νοοτροπία που οι πολίτες αποστρέφονται. Το ζήτημα έχει δύο διαστάσεις, την τυπική και τη συμβολική.

               Σε τυπικό επίπεδο, έχουμε έναν άνθρωπο χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα να προσλαμβάνεται σε μια θέση που απαιτούσε πτυχίο, στη χώρα που η απόκτηση πανεπιστημιακού τίτλου ήταν για δεκαετίες το ελληνικό όνειρο και ισοδυναμούσε με εισιτήριο κοινωνικής ανόδου. Και μάλιστα σε μία συγκυρία όπου «παλεύουμε» για την επιστροφή των παιδιών της μεσαίας τάξης που ξενιτευτήκαν για να αναδείξουν τις δυνατότητες τους, διότι δεν άντεχαν τη χώρα όπου πιο εύκολα προχωράς με τρόπο και όχι με κόπο.

               Η δεύτερη διάσταση και ίσως σημαντικότερη, αφορά στο συμβολισμό. Ο κ. Λαζαρίδης είναι ένας άνθρωπος που είπε ψέματα για τα προσόντα του για να προσληφθεί στο δημόσιο και που τόσα χρόνια μετά δεν αντιλαμβάνεται το ατόπημά του και υπερασπίζεται τις θέσεις του με την οίηση του ημιμαθούς που καμαρώνει σαν διάνος και πιστεύει ότι είναι αλάθητος και αναντικατάστατος. Με την αλαζονεία του καλλιεργεί την αίσθηση μιας εξουσίας αποκομμένης από την κοινωνία. Μιας εξουσίας που θεωρεί τον εαυτό της υπεράνω ελέγχου και τους πολίτες υποχρεωμένους να αποδέχονται άκριτα τις επιλογές της.

               Αυτό είναι και το μείζον νομίζω πρόβλημα της κυβέρνησης, η πεποίθηση της πως είναι αναντικατάστατη και η βεβαιότητα που προσπαθεί να καλλιεργήσει ότι η παραμονή της στην εξουσία είναι μονόδρομος.

               Θέλω απλώς να επισημάνω ότι οι πολίτες απεχθάνονται τα αδιέξοδα που κάποιος προσπαθεί τεχνητά να τους δημιουργήσει και με την ψήφο τους ακόμη και χωρίς σαφή εναλλακτική, είναι διατεθειμένοι να απορρίψουν αυτό που θεωρούν ότι τους υποτιμά.


 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 22 Απριλίου 2026, σελ. 12

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

 Από τη διάψευση της ελπίδας στην κρίση αξιοπρέπειας


               Η περίοδος των μνημονίων υπήρξε για τη χώρα και τους πολίτες της βαθιά οδυνηρή. Δεν ήταν μόνο η οικονομική στενότητα, ήταν η συνολική αμφισβήτηση της Ελλάδας που οικοδομήθηκε στη Μεταπολίτευση. Ήταν η διάψευση της πεποίθησης ότι το μοντέλο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που εμπιστευτήκαμε μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα ψηλότερα.

               Η οικονομική κατάρρευση και η απώλεια της αγοραστικής δύναμης των πολιτών άλλαξαν ριζικά τη θεώρησή τους για τα πράγματα και ανέδειξαν τη σχετικά επιφανειακή σχέση τους με τη Δημοκρατία. Μπορεί στην Γ Ελληνική Δημοκρατία να διευρύναμε τους θεσμούς, όμως δεν τους εμβαθύναμε επαρκώς. Οι πολίτες δεν κατάφεραν να τους εμπιστευτούν, αντίθετα η εμπιστοσύνη χτιζόταν προσωποπαγώς γύρω από τα πολιτικά πρόσωπα. Οι αιτίες πολλές και συγκεκριμένες που μπορούν να εξηγηθούν ιστορικά.

               Σε αυτό το πλαίσιο, η χρεωκοπία της χώρας γέννησε διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις. Οι πολίτες διχάστηκαν σε εκείνους που νοσταλγούσαν το παρελθόν και πίστευαν ότι υπήρχε «μαγικός» τρόπος να επανέλθουμε και στους πιο ρεαλιστές που θεώρησαν ότι η προσαρμογή στα νέα δεδομένα ήταν αναπόφευκτη.

               Η πρώτη κατηγορία ταυτίστηκε με το αντιμνημονιακό ρεύμα, επενδύοντας στην άρνηση της πραγματικότητας και στην προσδοκία ενός «άλλου δρόμου», εκείνου της ελπίδας, πάνω στον οποίο οικοδόμησε η Αριστερά, και που επιβραβεύτηκε με το «Όχι» στο δημοψήφισμα του 2015.

               Η διάψευση που ακολούθησε δεν ήταν απλώς πολιτική. Ήταν η κατάρρευση ενός ολόκληρου τρόπου σκέψης και πολιτικής αισθητικής, που αποδείχθηκε ασύμβατος με την πραγματικότητα.

               Σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκε αντιθετικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υποσχόμενος σε έναν λαό με χαμηλές προσδοκίες ότι η Ελλάδα θα γίνει μια χώρα όπου η αξία των ανθρώπων θα αναγνωρίζεται, οι ικανοί θα προοδεύουν και η αριστεία θα αποτελεί κανόνα. Υποστήριξε ότι η χώρα που «μάτωσε» έμαθε και ότι είχε έρθει η ώρα για μια βαθιά αλλαγή νοοτροπίας.

               Οι πολίτες τον εμπιστευθήκαν, τον εξέλεξαν δύο φορές, όμως σήμερα βιώνουν άλλη μία απογοήτευση. Η επταετία Μητσοτάκη μέχρι στιγμής έχει επιβεβαιώσει πως για να αλλάξει η χώρα πρέπει να αλλάξουν μυαλά οι πολιτικοί. Οι πολίτες είναι έτοιμοι για αλλαγές, οι πολιτικοί φαίνεται να δυσκολεύονται.

               Επτά χρόνια μετά, η Ελλάδα που θα μας έκανε περήφανους συνεχίζει να μας πληγώνει. Η διαχείριση του δυστυχήματος των Τεμπών, η υπόθεση των υποκλοπών που έθεσε υπό αμφισβήτηση θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά και οι πρόσφατες καταγγελίες για μεθοδεύσεις στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ενισχύουν το αίσθημα δυσπιστίας των πολιτών.

               Την ίδια στιγμή, ο καθημερινός αγώνας των Ελληνίδων και των Ελλήνων να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος ζωής γίνεται ακόμη πιο βαρύς, όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι κάποιοι ευνοούνται λόγω της εγγύτητάς τους με την εξουσία. Αυτή η αίσθηση αδικίας δεν εξισορροπείται από επικλήσεις εθνικών επιτυχιών ή γεωπολιτικών ρόλων.

               Διότι, όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι του στερείται η αξιοπρέπεια, η αντίδρασή του είναι αναπόφευκτη και συχνά έρχεται χωρίς προειδοποίηση.

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 15 Απρίλιου 2026, σελ. 12

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΟΠΕΚΕΠΕ: η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι


            Αν ρωτήσεις το μέσο πολίτη τί θέλει από τη ζωή του, θα σου πει: ασφάλεια και σταθερότητα. Να ζει σε μία χώρα όπου το αυτονόητο δεν θα θεωρείται παροχή και θα μπορεί, έστω και με μικρό ορίζοντα, να προγραμματίσει το μέλλον του. Τα τελευταία χρόνια, αυτή η συνθήκη μοιάζει όνειρο για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, παρότι αποτελεί σταθερή υπόσχεση των πολιτικών κομμάτων που διεκδικούν την ψήφο μας.

Για περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια ελπίζουμε στην «επανάσταση του αυτονόητου». Ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης προτεραιοποίησε αυτό το κοινωνικό αίτημα ως το πρώτο που θα ικανοποιούσε με τη διακυβέρνησή του, συνοψίζοντάς το στη διαβεβαίωση ότι η χώρα, επί των ημερών του, θα λειτουργεί κανονικά. Μάλιστα, υποσχέθηκε ότι θα κινητοποιούσε τα πιο υγιή και ικανά μυαλά, ώστε να συνδράμουν με την αριστεία τους στο εγχείρημα.

Η κοινωνία τον εμπιστεύθηκε δίνοντας του πίστωση χρόνου για να υλοποιήσει το στόχο, εκλέγοντάς τον δις. Ωστόσο, η κυβερνητική αφήγηση ότι όλα πάνε καλά, ότι η χώρα και η οικονομία βγήκαν στο ξέφωτο και ότι ανακτήσαμε την διεθνή μας αίγλη, φάνηκε να προσέκρουσε στην πραγματικότητα.

Οι υποκλοπές, η διαχείριση του δυστυχήματος των Τεμπών και, εσχάτως, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επιβεβαιώνουν ότι η επικοινωνία δεν αρκεί για να μας πείσει πως ζούμε στον όμορφο κόσμο που περιγράφουν ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνηση. Η πραγματικότητα είναι ορατή και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Από όσα μόλις περιέγραψα, νομίζω ότι το θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ βλάπτει περισσότερο από όλα την κυβέρνηση, διότι υποδηλώνει σκοπιμότητα, με απώτερο στόχο το κέρδος και τον πλουτισμό ημετέρων.

               Παράλληλα, στο συλλογικό ασυνείδητο ο πρωτογενής τομέας ταυτίζεται με τις ρίζες μας και, αν και όχι πάντα δίκαια, η κοινωνία βάζει πλάτη στην επίλυση των προβλημάτων των αγροτών, ακόμη κι όταν πιστεύει ότι πληρώνει το λογαριασμό άλλων. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, νιώθει ότι κοροϊδεύεις τον αδύναμο και πραγματικό βιοπαλαιστή, στερώντας του αυτά που δικαιούται, για να τα δώσεις σε κάθε δυνητική εκλογική πελατεία που βάφτισες «αγρότες».

               Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, με την κυβέρνηση να προσπαθεί να αγνοήσει τί ήταν αυτό που το γέμισε. Πολιτεύθηκε σε ένα παράλληλο της κοινωνίας σύμπαν και πίστεψε ότι οι βαθμοί ελευθερίας που της δίνει η ανεπάρκεια της αντιπολίτευσης θα την καθιστούσαν αναντικατάστατη. Προέταξε το αφήγημα της σταθερότητας χωρίς να συνυπολογίσει ότι η σταθερότητα μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα μόνον όταν η ζωή των πολιτών έχει ποιότητα και προοπτική. Σε μια καθημερινότητα που έχει πάψει να είναι ανεκτή και έχει γίνει ζοφερή και αβάσταχτη, για ποιο λόγο να επιδιωχθεί η συντήρησή της;

               Στον ΟΠΕΚΕΠΕ η κυβέρνηση έδειξε ότι δεν ορρωδεί προ ουδενός, όταν πρόκειται για τη συντήρηση του πελατειακού κράτους. Απεμπόλησε δημοκρατικές αρχές και επέτρεψε την απαξίωση των θεσμών, όπως φάνηκε, για παράδειγμα, και στην Εξεταστική Επιτροπή. Έτσι, συνειδητοποιήσαμε όλοι πως, όταν δεν έχεις αφήγηση και όραμα για τη χώρα, μπορεί εύκολα να μετατραπείς σε διαχειριστή μικροσυμφερόντων. Άλλωστε, ο άριστος και ο αρεστός, όπως ο χρηστός και ο άχρηστος απέχουν μόλις ένα γράμμα.

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Παρασκευή 3 Απριλίου 2026, σελ. 15