Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Θέλουν κυβέρνηση Τσίπρα, αλλά χωρίς την ατζέντα του ΣΥΡΙΖΑ

 
Τελευταία είναι της μόδας η συζήτηση για την Κεντροαριστερά και το μέλλον της. Μάλιστα, οι συζητούντες υπονοούν ότι μπορεί να καθορίσει ακόμα και τη σωτηρία της χώρας. Δεν πιστεύω ότι η ανάταση της χώρας θα έρθει από την Κεντροαριστερά, ούτε διαφωνώ απόλυτα με την υπόθεση αυτή. Πιστεύω απλώς ότι η συζήτηση πρέπει να γίνει σε άλλη βάση. Δεν θα κρίνω τα κείμενα, τις διακηρύξεις και τις βαρύγδουπες απόψεις που οι σωτήρες της Κεντροαριστεράς καταθέτουν. Θα προτείνω απλώς μια πιο προσεκτική ματιά. Ποιοι είναι οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι; Τι πιστεύουν; Είναι πρόθυμοι να επαναστατήσουν; 

Στις έρευνες γνώμης που διεξάγουμε, καταγράφουμε συνήθως απόψεις που αφορούν στην πολιτική επικαιρότητα και ένα σύνολο χαρακτηριστικών που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε τους ερωτώμενους. Σε ερώτηση που απευθύνουμε σταθερά, ζητούμε στους πολίτες να τοποθετηθούν ιδεολογικά.
Παρατηρώντας την τελευταία δεκαετία την ταύτιση των πολιτών με την Κεντροαριστερά, θα λέγαμε ότι η πορεία των μεγεθών προοιωνίζεται την εκάστοτε επικράτηση των κομμάτων.





Τα χαρακτηριστικά του Κεντροαριστερού

Επιχειρώντας να περιγράψουμε τους κεντροαριστερούς ψηφοφόρους, θα λέγαμε ότι είναι οι πολίτες που πιστεύουν στη δύναμη της πολιτικής και αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων, χωρίς όμως να υποτιμούν το ρόλο του Κράτους. Είναι εκείνοι που με τις απόψεις τους έχουν προηγηθεί του κυρίαρχου ρεύματος που διαμορφώνεται στην κοινωνία. Είναι οι ψηφοφόροι που υιοθετούν ήπιους τόνους, δεν παίρνουν ακραίες θέσεις και με κοινωνική ευαισθησία, μετριοπάθεια και ρεαλισμό αντιλαμβάνονται την ανάγκη προσαρμογής των πολιτικών στα σύγχρονα δεδομένα. Διατηρούν την ιδεολογία τους, αλλά όχι απαραίτητα και την κομματική τους σύνδεση. Κρίνουν την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική και δεν διστάζουν να ταυτιστούν αν δουν κάτι σωστό.


Η Κεντροαριστερά του 2003 – 2009

Η εγγύτητα των πολιτών με την Κεντροαριστερά μπορεί να απεικονίσει τις πολιτικές εξελίξεις. Πριν από τις εκλογές του 2004, οι πολίτες παρουσίασαν τάσεις φυγής, κάτι που επιβεβαιώθηκε από την επικράτηση της ΝΔ στις εκλογές. Ο «επαναπατρισμός» των ψηφοφόρων στην Κεντροαριστερά, από το 2006 και μετά, ταυτίστηκε με τη σταδιακή ανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ και την εκλογή του το 2009.

Οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι της περιόδου 2003 – 2009, αναγνωρίζουν τη σημασία της πολιτικής και θεωρούν ότι τα κόμματα μπορούν να λύσουν τα προβλήματα του τόπου, αναδεικνύουν την πάταξη της διαφθοράς ως μείζον θέμα και δεν διστάζουν να δηλώσουν πως ο τότε Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής είχε τη διάθεση να την πατάξει. Αν και ταυτίζονται πολιτικά με το ΠΑΣΟΚ, τα πρώτα χρόνια επισημαίνουν τα τρωτά σημεία της ηγεσίας του και με κριτική στάση παρακολουθούν τις πρωτοβουλίες του Γ. Παπανδρέου, μέχρι να αποφανθούν πως εκείνος και το ΠΑΣΟΚ είναι έτοιμοι να κυβερνήσουν την χώρα (Ιούνιος 2008).
Στα πιο βαριά πολιτικά θέματα εκφράζονται χωρίς στεγανά. Δεν επιθυμούν τις συχνές συνταγματικές αναθεωρήσεις και θεωρούν ότι οι βουλευτές πρέπει να είναι πλήρους απασχόλησης. Διαφωνούν με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, καθώς θα  υποβαθμιστούν τα δημόσια, αλλά πιστεύουν στην κατάργηση του ασύλου. Υποστηρίζουν τη μη μονιμότητα των νεοπροσλαμβανομένων στο δημόσιο, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα, και υποστηρίζουν θερμά το διαχωρισμό Κράτους - Εκκλησίας. Πιστεύουν ότι οι ΔΕΚΟ πρέπει να ελέγχονται από το Κράτος και πως τα κλειστά επαγγέλματα πρέπει να ανοίξουν. Πρώτοι τον Απρίλιο του 2009 διατυπώνουν τη γνώμη πως η χώρα χρειάζεται κυβερνήσεις συνεργασίας.  





Πρόθυμοι για θυσίες και συνεργασίες το 2009
Οι ψηφοφόροι της Κεντροαριστεράς, έχοντας ψηφίσει στη συντριπτική τους πλειοψηφία ΠΑΣΟΚ το 2009, υποστηρίζουν συνειδητά την πολιτική της κυβέρνησης. Δηλώνουν πρόθυμοι να κάνουν θυσίες, για να βγει η χώρα από την οικονομική στενωπό, και τονίζουν την ανάγκη συναίνεσης κομμάτων και συνδικαλιστών με την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αν και ανησυχούν για μια ανεξέλεγκτη κοινωνική έκρηξη.
Αν και πίστευαν ότι η κυβέρνηση απέκλινε από τις προεκλογικές της υποσχέσεις, θεώρησαν την υπαγωγή στο μηχανισμό στήριξης ως τη μόνη λύση (κάτι που πιστεύουν ακόμη). Διατύπωναν ότι «η χώρα θα υποφέρει, αλλά θα τα καταφέρει», ενώ θεωρούσαν πως η ΕΕ δεν θα μας άφηνε να χρεοκοπήσουμε.

Φυγόκεντρες τάσεις από το χώρο του ΠΑΣΟΚ
Οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι ήταν οι τελευταίοι που απέσυραν την εμπιστοσύνη τους από τον Γ. Παπανδρέου και εκείνοι που αναγνώρισαν ότι οι κινήσεις του είχαν πολιτική ανιδιοτέλεια και στόχευαν στην διάσωση της χώρας. Παρά το γεγονός  ότι πλέον πίστευαν πως στη χώρα θα έρθουν χειρότερες μέρες, επέμεναν στη διακομματική συναίνεση και δήλωναν πως θα ψήφιζαν στις εκλογές του 2012 «για να κυβερνηθεί ο τόπος». Έκτοτε ανέπτυξαν φυγόκεντρες τάσεις από το χώρο του ΠΑΣΟΚ αλλά όχι από την κεντροαριστερή ιδεολογία.
Σήμερα, με την Κεντροαριστερά ταυτίζονται ένας στους πέντε πολίτες, άνω των 45 χρόνων, κυρίως από τα αστικά κέντρα, απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ελεύθεροι επαγγελματίες, μισθωτοί και συνταξιούχοι.

Τώρα μπορούμε και χωρίς Μνημόνιο
Είναι απαισιόδοξοι για το μέλλον της χώρας, πιστεύουν πως τώρα πια η χώρα μπορεί να κυβερνηθεί χωρίς Μνημόνια και θεωρούν εφικτή μια σκληρή διαπραγμάτευση με την τρόικα. Κατά κανόνα πληρώνουν τους φόρους τους και, αν και καθημαγμένοι φορολογικά, σκέπτονται ψύχραιμα. Βλέπουν την οικονομία να χειροτερεύει αλλά, παράλληλα κατά το 1/3 πιστεύουν στην αναθέρμανσή της από τη ρύθμιση των «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων, βλέπουν την παραμονή Σαμαρά αναγκαία για να μη χαθεί ό,τι κερδήθηκε μέχρι σήμερα και ελπίζουν η Ελλάδα μετά την κρίση να γίνει μια σύγχρονη δυτική χώρα.
Στην πλειοψηφία τους επιλέγουν ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να υιοθετούν την ατζέντα του. Δεν επιθυμούν, για παράδειγμα, εκλογές και θεωρούν ανεύθυνη στάση το να μην ψηφίσει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 




Βλέπουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει

Διαβλέπουν πως ήρθε η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει, χωρίς όμως να είναι έτοιμος. Αν και επιθυμούν από τις εκλογές να προκύψει μια κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, πιστεύουν ότι είναι μέρος του συστήματος που δεν θα συγκρουστεί με τη διαπλοκή.
Η προσπάθεια προσέλκυσης των ψηφοφόρων της Κεντροαριστεράς είναι σήμερα το στοίχημα για τις δυνάμεις που επιδιώκουν την επικράτηση στο χώρο της Δημοκρατικής Παράταξης. Στον αδήριτο όμως νόμο της σύγκρισης οφείλουν να μπορούν να απαντήσουν στα προβλήματα των πολιτών, προκειμένου να κατακτήσουν την κρίσιμη εκείνη μάζα που μπορεί να κρίνει την πολιτική κυριαρχία. Η κεντροαριστερή ιδεολογία δεν είναι κάτι στατικό, είναι δυναμική και οφείλει να επικαιροποιείται με τη συγκυρία. Οι πολίτες το επιθυμούν, μένει να δούμε ποια κόμματα θα μπορέσουν να το κάνουν.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘Στο Καρφί’, Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Όπως προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις


Οι πολίτες νιώθουν ότι ήρθε η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει
Η είσοδος της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης και το ΔΝΤ απελευθέρωσε τις πολιτικές δυνάμεις και σηματοδότησε το τέλος της Μεταπολίτευσης. Οι ως πρόσφατα δεδομένες κομματικές ταυτίσεις κατέρρευσαν και οι πολίτες χωρίς πολλές σκέψεις ανέπτυξαν φυγόκεντρες δυνάμεις από τους άλλοτε κραταιούς κομματικούς σχηματισμούς.
Οι ορισμοί, οι ταμπέλες, οι λέξεις που πριν μερικά χρόνια φάνταζαν ακραίες, σήμερα μπορούν να οδηγήσουν στο Κοινοβούλιο ή και στην πλειοψηφία.
Οι ευρωεκλογές του Μαΐου επιβεβαίωσαν την εικόνα που αναδείκνυε η κοινωνία. Τη δυσαρέσκεια των πολιτών από την κυβερνητική πολιτική και το πολιτικό προβάδισμα του ΣΥΡΙΖΑ.
Μεταξύ των εκλογών, προκειμένου να καταγράψουμε τις τάσεις της κοινωνίας και τις γνώμες των πολιτών, διεξάγουμε έρευνες γνώμης και «ακτινογραφούμε» τους ψηφοφόρους των κομμάτων. Στις δημοσκοπήσεις αυτής της περιόδου καταγράφουμε μεν την υπεροχή του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και το αδιέξοδο της ελληνικής κοινωνίας: Δυσαρέσκεια από την κυβέρνηση, δυσπιστία για το ΣΥΡΙΖΑ.
Πιο συγκεκριμένα, σήμερα τη ΝΔ στηρίζουν όσοι δεν επιθυμούν ανατροπές: Οι συνταξιούχοι, οι νοικοκυρές και οι αγρότες, οι γυναίκες και οι πολίτες άνω των 65 ετών. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η ΝΔ είναι ίσως η μόνη πολιτική δύναμη που έχει εφεδρείες, καθώς τα όμορά της πολιτικά κόμματα, που αυτή τη στιγμή δείχνουν να επιβιώνουν, μπορεί, αν συμπιεστούν, να την ενισχύσουν εκλογικά.
Οι κοινωνικές ομάδες που στηρίζουν το ΣΥΡΙΖΑ είναι οι άνδρες ψηφοφόροι, οι κάτοικοι των αστικών κέντρων, οι άνεργοι, οι φοιτητές και οι εργαζόμενοι όλων των κλάδων, ιδιαίτερα οι δημόσιοι υπάλληλοι, και βεβαίως οι παραγωγικές ηλικίες, με τη μεγαλύτερη υποστήριξη να προέρχεται από την ηλικιακή ομάδα 45 έως 54 χρόνων.
Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πια το περιχαρακωμένο κοινό που ταυτιζόταν με την ιδεολογική πλατφόρμα της αριστερής προσέγγισης. Οι σημερινοί του ψηφοφόροι έχουν μετακινηθεί από άλλους χώρους και φέρουν μαζί την προίκα τους, τις ιδέες τους. Συμφωνούν για παράδειγμα με την απόφαση του πρύτανη του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, να ελέγχεται ποιος μπαίνει στο πανεπιστήμιο (69,9%), ή δεν επιθυμούν να επιτραπούν γάμοι μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου (57,3%) και ακόμη και σε πιο βαριά πολιτικά ζητήματα δεν ταυτίζονται με τις επιλογές της Κουμουνδούρου. Ένας στους πέντε (19,8%) ψηφοφόρους, παρά το γεγονός ότι έχει επιλέξει να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, θεωρεί τις πρόωρες εκλογές καταστροφικές για την οικονομία, ενώ ένας στους τέσσερις δηλώνει πως θα επιθυμούσε εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή (25,5%) και έχει συνειδητοποιήσει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει (25,3%). Οι ψηφοφόροι του πιστεύουν επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μέρος του συστήματος (28,6%) και αν γίνει κυβέρνηση, δεν θα συγκρουστεί με τα συμφέροντα και τη «διαπλοκή» (30,4%).  
Οι πολίτες, με τις απόψεις που διατυπώνουν, εμφανίζονται προσγειωμένοι και ρεαλιστές. Αν και δεν μοιράζονται πολλές από τις ιδέες του ΣΥΡΙΖΑ, νιώθουν πως ήρθε η ώρα του να κυβερνήσει και προτίθενται να του δώσουν την ευκαιρία.
Για το ΣΥΡΙΖΑ η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα, πρέπει να διαλέξει αν θα επιλέξει να στηριχθεί στο πολιτικό ρεύμα που έχει δημιουργηθεί υπέρ του και να διαμορφώσει την πολιτική του πρόταση προσαρμόζοντάς την στο νέο του πολιτικό ακροατήριο και τις ανάγκες της κοινωνίας ή αν θα προτιμήσει την προσήλωση στο παρελθόν.  

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΟ ΠΑΡΟΝ’, Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

«Αγοράζουν χρόνο» υποτιμώντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας



Τον κίνδυνο να αυτοακυρωθεί διατρέχει το πολιτικό σύστημα, στην προοπτική να προτείνει ως υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας μη πολιτικό πρόσωπο. Την ώρα που οι βάσεις του σείονται συθέμελα, κανείς δε φαίνεται να έχει καταλάβει. Η χώρα διέρχεται βαθιά οικονομική κρίση και συνάμα δραματική κρίση αξιών και θεσμών.
Παρ’ όλα αυτά, η συζήτηση για τον διάδοχο του Κάρολου Παπούλια έχει εγκλωβιστεί στην πολιτική τακτικισμών, στην όποια μας έχει συνηθίσει εδώ και πολλές δεκαετίες το πολιτικό σύστημα.
Αντί να ασχοληθούμε με τη συζήτηση για την ενίσχυση του θεσμού του ΠτΔ και τα χαρακτηριστικά του προσώπου που θα φορέσει το κουστούμι του πρώτου πολίτη της χώρας, αντί να αναζητήσουμε ποιος μπορεί να μας τιμά ως παρουσία και να δώσει στη χώρα την αίγλη, το όραμα και το αφήγημα που θα συγκινήσει, αναλωνόμαστε στην αριθμητική και στους πιθανούς συνδυασμούς που θα αθροίσουν το μαγικό νούμερο 180. Στο βωμό της αριθμητικής διατυπώνονται πλήθος απόψεων, που στηρίζονται ακόμη και σε υποτιμητικές για την κοινωνία παραδοχές.
Αποδεχόμαστε απλοϊκά και ασμένως ότι ο ΠτΔ είναι μια φιγούρα χωρίς ισχύ, που απλώς οφείλει να υπάρχει. Πυρήνας της συζήτησης που γίνεται είναι το δόγμα «αγοράζω χρόνο». Οι σημερινοί εκπρόσωποί μας στη Βουλή έχουν μοναδικό στόχο, την παραμονή στο αξίωμα τους για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Με ένστικτο επιβίωσης, θα ψηφίσουν όποιον προταθεί. Συνάμα οι δύο πρώην πρωθυπουργοί που σήμερα έχουν την ιδιότητα του βουλευτή, οι κ.κ. Κ. Καραμανλής και Γ. Παπανδρέου, θα πράξουν το ίδιο, σαν να μην έχουν πολιτική άποψη. Ας μου επιτραπεί να αμφιβάλλω και να θεωρήσω ότι υπάρχουν πρόσωπα που οι πρώην πρωθυπουργοί δεν θα μπορούσαν, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, να ψηφίσουν.
Έχουμε λοιπόν αποδεσμεύσει την εκλογή του ΠτΔ από το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά του. Στο όνομα της «συναίνεσης» διακινείται ευρέως η άποψη πως «οι πολίτες δείχνουν να επιθυμούν για ΠτΔ ένα μη πολιτικό πρόσωπο».
Ακόμη κι αν οι πολίτες το επιθυμούν, που αμφιβάλω, ποιος και με τι κριτήρια θα επιλέξει; Η βάση των προτάσεων θα είναι με όρους επικαιρότητας ή θα στηρίζεται σε αξίες και αρχές; Και αφού δεν χρειαζόμαστε ΠτΔ κάποιον πολιτικό, ποιος τελικά είναι ο ιδανικός για την θέση του Προέδρου; Ένας καταξιωμένος επιστήμων, ένας πετυχημένος επιχειρηματίας, ένας πολίτης που με το παράδειγμά του διδάσκει ή μήπως ένας φημισμένος διεθνώς Έλληνας;
Θα κλείσω με ένα ερώτημα προς εκείνους που απορρίπτουν το ενδεχόμενο εκλογής πολιτικού στην θέση του ΠτΔ: Θυμάται άραγε κανείς πώς πέρασε στο συλλογικό ασυνείδητο η θητεία του μη πολιτικού Χρ. Σαρτζετάκη;

Δημοσίευση: Εφημερίδα "στο ΚΑΡΦΙ", 11 Οκτωβρίου 2014

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Σαφής υπεροχή ΣΥΡΙΖΑ, τρίτο κόμμα η Χρυσή Αυγή

 

Επτακομματική βουλή με σαφή υπεροχή του ΣΥΡΙΖΑ έναντι της Ν.Δ. θα έβγαζε η κάλπη, αν σήμερα είχαμε εκλογές. Τρίτη θα έκοβε το νήμα η Χρυσή Αυγή, ενώ τόσο το ΚΚΕ, το «Ποτάμι», το ΠΑΣΟΚ και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες θα κατάφερναν να περάσουν το κατώφλι του κοινοβουλίου.

Με δεδομένο ότι με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο τη σύνθεση της βουλής καθορίζει εν πολλοίς το ποσοστό των κομμάτων που δεν θα διαβούν το κατώφλι της, είναι δύσκολο να επιχειρηθεί ο προσδιορισμός των εδρών των κομμάτων. Το μόνο σίγουρο είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ ως πρώτος θα επωφεληθεί του προνομίου των 50 εδρών και με βάση το σημερινό του δημοσκοπικό ποσοστό θα βρίσκεται κοντά στις 140 έδρες.

Αποτιμώντας την πολιτική συγκυρία, με βάση τις δημοσκοπήσεις, θα λέγαμε ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο και το αφήγημα της σταθερότητας δοκιμάζεται, αν και ενδέχεται να είναι το διακύβευμα των εκλογών.

Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν αναδεικνύεται ως δύναμη αλλαγής, αλλά ως το μη χείρον και είναι περισσότερο αντανακλαστική παρά συνειδητή επιλογή των ψηφοφόρων.

Το βέβαιο είναι πως η επόμενη κυβέρνηση θα είναι συνεργασίας, πιθανότατα με βασικό κορμό το ΣΥΡΙΖΑ. Το ερώτημα είναι αν το κίνητρο των κομμάτων που συγκλίνουν για το σχηματισμό κυβέρνησης θα είναι ιδεολογικό ή απλά ποσοτικό.  
Δημοσίευση: Εφημερίδα 'Παραπολιτικά', 27 Σεπτεμβρίου 2014

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Κεντροαριστερά: Η συζήτηση όπως γίνεται δεν αφορά την κοινωνία


Εσχάτως ξανάγινε πολύ σικ να ασχολείσαι με την Κεντροαριστερά και τη σωτηρία της. Αν μάλιστα δεν τρολάρεις σχετικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να θεωρηθείς από αδιάφορος στην καλύτερη περίπτωση, ως αναχρονιστής ή συντηρητικός. Προσωπικά η συζήτηση με τον τρόπο που γίνεται δε με αφορά, όπως και την πλειοψηφία της κοινωνίας νομίζω. Ομάδες δημιουργούνται και καταθέτουν κείμενα διακηρύξεων, δέσμες ιδεών, άρθρα αρχών και άλλες χιλιοειπωμένες μπούρδες. Ο λόγος προφανής, στη φάση που βρίσκεται η πολιτική ζωή σήμερα, αρκεί να κερδίζουμε χρόνο μήπως και επιβιώσουμε. Στην πλειοψηφία τους οι συντάκτες μέλη των ομάδων αυτών είναι οι γνωστοί «μοιραίοι και άβουλοι αντάμα». Εκείνοι που ως τώρα είχαν το μαχαίρι και πεπόνι αλλά χάθηκαν αναμένοντας τη Φιλιππινέζα να φέρει το προσούτο για να το συνοδεύσουν! Άνθρωποι που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο άσκησαν διοίκηση αλλά ποτέ, κριτική. Εκείνοι που δεν έκαναν καμία ρήξη, στο όνομα της ομαλότητας και της κομματικής συνέπειας, διότι έτσι τους βόλευε. Αυτοί που κατάντησαν την Κεντροαριστερά πουκάμισο αδειανό. Κεντροαριστερά δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, η δημιουργία ομαδούλας για την άσκηση πίεσης στην νυν ή την εν δυνάμει εξουσία. Κεντροαριστερά δεν είναι οι μεταγραφές και ο εισοδισμός στελεχών, η αναζήτηση συσχετισμών, ο τακτισμός, η διασφάλιση θέσεων στον κρατικό μηχανισμό, ούτε ο αντισυστημικός λόγος με συστημικές πράξεις. Κεντροαριστερά είναι η ρήξη με αυτά που μας πληγώνουν και συνεχίζουν να μας καθηλώνουν, είναι το ρίσκο της ανατροπής ακόμη κι αν εγώ ή εσύ δεν θα είμαστε το μέλλον, αλλά το σκαλί της μετάβασης από το παρελθόν. Κεντροαριστερά είναι να αναγνωρίζεις την αξία του άλλου και να τον βοηθάς να γίνει καλύτερος, να πολεμάς την ανθρωποφαγία στην πολιτική και να ασκείς κριτική στις πολιτικές με στόχο να τις κάνεις καλύτερες. Κεντροαριστερά είναι να αγωνίζεσαι ενάντια στον ελιτισμό και το νεποτισμό, είναι να αναζητάς την αλλαγή κόντρα στη στασιμότητα, να κάνεις την υπέρβαση να στοιχηθείς πίσω από τον 40άρη «χωρίς κομματική συνέχεια» ή «κομματικά ένσημα» όπως έκαναν οι ιταλοί και οι ισπανοί. Είναι τέλος πάντων να τολμάς. Όταν λοιπόν η συζήτηση για την Κεντροαριστερά περάσει από τη θεωρία στην πράξη, όταν η Κεντροαριστερά σταματήσει να μιλά για να αυτοθαυμάζεται και θέσει ως διακύβευμα τη Δημοκρατία τότε θα δηλώσω παρούσα με οποιοδήποτε κόστος. Μέχρι τότε καλό καλοκαίρι και καλή τύχη! Δημοσίευση: Εφημερίδα ΚΑΡΦΙ - 2 Αυγούστου 2014

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

Νέοι, αλλά στηρίζουν το δικομματισμό...

Οι νέοι άνθρωποι καταγράφονται ως πιο συμβιβασμένοι και αδιάφοροι, χωρίς ιδεολογικές αναζητήσεις, ανησυχίες και προσδιορισμό αφήνοντας στην ουσία τους πενηντάρηδες να αποφασίζουν γι αυτούς. Αντιδρούν σε χρόνους τηλεοπτικούς ως προς το βάθος και τη διάρκεια της αντίδρασής τους και δεν φαίνεται να μπορούν να σχηματοποιήσουν και να ορίσουν τα θέλω και τις ανάγκες τους. Δεν φαίνεται να έχουν τη δυνατότητα να θέσουν ένα στόχο συλλογικό, που να ξεπερνά τον αγώνα για προσωπική ευδαιμονία, και όσο αυτό συμβαίνει, με δυσκολία θα θεωρούνται δύναμη ανατροπής.

Αν και πολλοί πίστεψαν ότι η δολοφονία του άτυχου μαθητή στα Εξάρχεια τον προηγούμενο Δεκέμβριο θα αποτελούσε θρυαλλίδα εξελίξεων που θα προκαλούσε μεγάλες ανατροπές, κανείς δεν είχε μιλήσει για την ιδεολογική ταυτότητα των νέων.


Ας μιλήσουν όμως οι αριθμοί. Τη χρονιά που μας πέρασε έγιναν δύο εκλογικές αναμετρήσεις και μας δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσουμε την πολιτική συμπεριφορά τους.

- Οι νέοι έως 35 χρόνων συνιστούν το 1/3 του εκλογικού σώματος και θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά το εκλογικό αποτέλεσμα αν διαφοροποιούνταν.

- Κατά κύριο λόγο είναι πιο μορφωμένοι από τις άλλες γενιές και απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα.

- Ως ψηφοφόροι, όμως, είναι λιγότερο συμμετοχικοί με έναν στους τρεις να δηλώνει ότι απείχε από τις ευρωεκλογές. Παρ’ όλα αυτά, στις βουλευτικές εκλογές συμμετείχαν, θεωρώντας προφανώς πως στην πολιτική μπορούν να αναζητήσουν λύσεις για τα προβλήματά τους. Οι άνδρες δε συμμετείχαν περισσότερο από ότι οι γυναίκες.

- Συνοψίζοντας τα στοιχεία που περιγράφουν τις επιλογές των νέων, μπορούμε να πούμε ότι στήριξαν κι εκείνοι το δικομματισμό με ποσοστό κοντά στο 75%. Ψήφισαν όμως με κριτήριο την επιλογή προσώπων. Ο ένας στους τρεις επέλεξε να στηρίξει τον πιο ικανό για πρωθυπουργό ή τον υποψήφιο βουλευτή που επιθυμούσε να αναδείξει.

- Προσωποπαγείς και λιγότερο ιδεολογικές είναι οι επιλογές των νέων που δηλώνουν ότι αποφασίζουν τη μέρα των εκλογών τί θα ψηφίσουν (περισσότεροι από ένας στους πέντε), ενδεχομένως για να εξασφαλίσουν ότι δεν πρόκειται να πάνε απέναντι στο ρεύμα.

- Οι νέοι ενώ δεν διαφοροποιούνται σημαντικά από τις άλλες γενιές ως προς τις πολιτικές τους επιλογές δεν επιδεικνύουν αντίστοιχη ιδεολογική συνέπεια. Ένας στους τέσσερις ενώ αρνείται να προσδιορίσει την ιδεολογική του ταυτότητα στην παραδοσιακή κλίμακα Αριστεράς – Δεξιάς, δεν έχει ανάλογη συμπεριφορά όταν πρόκειται για την κομματική του ταύτιση.

- Η αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας δεν έχει αναδείξει τους νέους, όπως τουλάχιστον καταγράφεται από τη συμπεριφορά τους στις εκλογικές αναμετρήσεις, σε μια δύναμη υπολογίσιμη που να μπορεί να πρωτοστατήσει στις αλλαγές.

- Αποφασιστικό ρόλο για την εναλλαγή των κυβερνήσεων εξακολουθεί να έχει η γενιά των 50άρηδων που συνεχίζει να θέτει την πολιτική και ιδεολογική ατζέντα.

Μεγάλη πρόκληση για τους νέους είναι η περίοδος που διανύουμε. Η κρίση μπορεί να αναδειχθεί σε ευκαιρία, αλλά προϋποθέτει διάθεση και βαθύτερη αναζήτηση για το πώς, το τί και το γιατί της ανατροπής. Σε αυτή τη φάση οι συνθήκες είναι κρίσιμες και ενδέχεται το ένστικτο της επιβίωσης να βοηθήσει τη νέα γενιά να βρει τη θέση που της αξίζει και να αντλήσει δύναμη ώστε να επηρεάσει και ίσως μελλοντικά να καθορίσει τις εξελίξεις.

Περιοδικό ΝΕΜΕΣΙΣ - τεύχος Απριλίου 2010

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Οι εκλογές είναι ανάγκη

Οι εκλογές δεν είναι ένα αίτημα διαπραγματεύσιμο. Δεν είναι ένα αίτημα που εκφράζει κομματικές σκοπιμότητες και συμφέροντα. Η διεξαγωγή εκλογών άμεσα _ αύριο, αν είναι δυνατόν, _είναι ανάγκη. Ανάγκη που την επιβάλλει η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Οι Έλληνες μέρα με τη μέρα διαπιστώνουν πως η ζωή τους γίνεται δυσκολότερη. Η ακρίβεια και οι ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά είναι μέρος της καθημερινής τους ατζέντας. Η έλλειψη προληπτικών μέτρων, αλλά και ουσιαστικών λύσεων για την οικονομική κρίση, οδηγεί χιλιάδες εργαζόμενους στην ανεργία, χιλιάδες ανθρώπους στην απόγνωση.

Τα χρεωμένα νοικοκυριά χάνουν τις περιουσίες τους και διαπιστώνουν πως η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας που τους υποσχέθηκε πριν πέντε χρόνια ένα καλύτερο αύριο, σήμερα τους στερεί ακόμη και το δικαίωμα στην ελπίδα για μια αξιοπρεπή διαβίωση, ασφαλή από τα νύχια των τοκογλύφων και των υπερβολικών χρεώσεων των τραπεζών.

Το όνειρο του κάθε Έλληνα για ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του αποδείχτηκε απατηλό. Εξαπατήθηκε κατ’ επανάληψη, καθώς όχι μόνο κλήθηκε να πληρώσει επιπλέον φόρους ακίνητης περιουσίας, αλλά βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μια γραφειοκρατική δίνη όσον αφορά τους ημιυπαίθριους, που έχει ως στόχο αποκλειστικά και μόνο το γέμισμα των άδειων ταμείων.

Πλέον πρόσφατη απόδειξη της κυβερνητικής ανικανότητας, της έλλειψης προγραμματισμού και συντονισμού είναι η υπόθεση με τον ιό της γρίπης. Ουδεμία πρωτοβουλία επίσημης ενημέρωσης και αποφάσεις που αλλάζουν μέρα με τη μέρα. Αποτέλεσμα; Ο Έλληνας δεν ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει και έτσι δεν γίνεται ευάλωτος μόνο στον ιό, αλλά και σε όσους επιδιώκουν την αισχροκέρδεια, ενώ κινδυνεύει να πέσει θύμα παραπληροφόρησης θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία τόσο την δική του, όσο και των γύρω του.

Πριν από πέντε χρόνια ο Έλληνας πολίτης πίστευε πως κάτι αλλάζει προς το καλύτερο. Πίστεψε ότι το «σεμνά και ταπεινά» θα γινόταν κανόνας. Όλα όμως αποδείχθηκαν φρούδες ελπίδες. Κανόνας αποδείχτηκαν τα σκάνδαλα, το βόλεμα των ημετέρων, η βροχή των αποκαλύψεων για συναλλαγές που ξεπερνούσαν τα όρια και της πιο διεστραμμένης φαντασίας. Υποκλοπές, καρτέλ, κουμπάροι, υπόθεση Ζαχόπουλου, Βατοπέδι, υπόθεση Siemens… Και αν συνεχίσει να κρατά τα ηνία της χώρας η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κώστα Καραμανλή δεν ξέρουμε τελικά πόσο μακρύς μπορεί να αποδειχθεί ο κατάλογος της ντροπής.

Και τον αποκαλώ κατάλογο της ντροπής και όχι απλώς των σκανδάλων, διότι δεν είναι απαράδεκτα μόνο τα όσα αποκαλύφθηκαν για την παράνομη δράση πρωτοκλασάτων στελεχών της κυβέρνησης. Το μεγαλύτερο ολίσθημα είναι πως έγινε και γίνεται συντονισμένη προσπάθεια συγκάλυψης όλων αυτών των σκανδάλων.

Στο επίκεντρο αυτής της κατάστασης, που έχει κουράσει τον Έλληνα πολίτη, καθώς βρίσκεται μόνος και αβοήθητος μπροστά σε καθημερινά μικρά και μεγάλα προβλήματα, βρίσκεται ο πρωθυπουργός, ο Κώστας Καραμανλής που όπως όλοι παραδέχονται εδώ και καιρό είναι κουρασμένος. Αντί όμως να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στη χώρα και σε όσους του έδωσαν την ψήφο τους με την ελπίδα να πάει την Ελλάδα μπροστά, και κατά συνέπεια να αφήσει το τιμόνι της χώρας σε όσους μπορούν έχουν όραμα, πρόγραμμα και όρεξη για δουλειά, εκείνος επιλέγει να κρατήσει την καρέκλα. Και τελικώς αντί να παραδώσει μαθήματα πολιτικής υπευθυνότητας, προτιμά να φθείρεται διαρκώς και να παρασέρνει προς τον όλεθρο μαζί του μια ολόκληρη χώρα.

Και μόνο η κατάσταση που εξέθεσα ως εδώ - την οποία και βιώνουμε όλοι - είναι αρκετή για να αποδείξει για ποιους λόγους το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδρέου ζητούν επίμονα εκλογές. Δεν τίθεται πλέον θέμα χρόνου. Κάθε μέρα που περνά αποδεικνύεται κρίσιμη για τον τόπο και για τους Έλληνες. Η χώρα πρέπει επιτέλους να βγει από το τέλμα. Το ΠΑΣΟΚ διαθέτει στελέχη δοκιμασμένα στην κρατική μηχανή, αλλά και νέους ανθρώπους με όρεξη για δουλειά. Πάνω από όλα όμως διαθέτει σαφές πρόγραμμα και συγκεκριμένες λύσεις για όλα όσα ταλανίζουν τον Έλληνα πολίτη. Το ΠΑΣΟΚ έχει αποδείξει ότι μπορεί να οδηγήσει την χώρα μπροστά, όπως άλλωστε έκανε όταν πέτυχε την ένταξη στην ΟΝΕ και όταν προετοίμασε άψογα τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.

Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι απλώς παρόν. Ο Γιώργος Παπανδρέου είναι έτοιμος να ηγηθεί στις εξελίξεις, να δημιουργήσει νέα δεδομένα και να προσφέρει στον Έλληνα όσα έχει στερηθεί την τελευταία πενταετία: ασφάλεια, αξιοπρέπεια, συνέπεια, πρόοδο.

Εφημερίδα ΣΦΗΝΑ - 13 Αυγούστου 2009