Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

 Δύο πραγματικότητες στην ίδια χώρα

 


Σε φανερά απολογιστική διάθεση κινήθηκε η τοποθέτηση του Πρωθυπουργού στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο μετά τη θερινή ανάπαυλα. Ο κ. Μητσοτάκης, κατά την εισήγησή του, παρουσίασε τις κυβερνητικές προτεραιότητες, έδωσε το στίγμα ενόψει ΔΕΘ και στάθηκε στα επιτεύγματα της ελληνικής οικονομίας, δίνοντας έμφαση στην αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Εν ολίγοις, ο κ. Μητσοτάκης κινήθηκε βάσει του πλάνου του και περιέγραψε τη χώρα που θεωρεί ότι κυβερνά. Αναφέρθηκε σε μια πραγματικότητα όπως τη βιώνει εκείνος και η κυβέρνησή του, λέγοντας μάλιστα πως από τα «136 μεταρρυθμιστικά ορόσημα, έχουν ολοκληρωθεί 134 και απομένουν δύο», προβάλλοντας έτσι την εικόνα του αποτελεσματικού πολιτικού.

Έθεσε και το ορόσημο για τον οδικό χάρτη της Ελλάδας προς το 2030, με ορίζοντα τετραετίας δηλαδή, παρουσιάζοντας όμως την πρόθεσή του ως μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Ο Πρωθυπουργός για μία ακόμη φορά με τις πράξεις του τόνισε ότι το δικό του πλάνο δεν μπορεί να διαταράσσεται από εξωτερικούς παράγοντες, εκείνος υλοποιεί το πρόγραμμά του σα να κάνει πολιτική μόνος χωρίς παρεμποδιστές στο έργο του, επιχειρώντας παράλληλα να σμιλέψει τη συλλογική μνήμη στα μέτρα του με επιλεκτικές αναφορές στο παρελθόν όπως την αναφορά για τις αρχές της δεκαετίας του 1980 που εκτοξεύθηκε ουσιαστικά το δημόσιο χρέος.

Ο Πρωθυπουργός γνωρίζει τις αδυναμίες της κυβέρνησής του και τη δυσαρέσκεια των πολιτών, επιχειρεί όμως να τις υποβαθμίζει συστηματικά και να προβάλλει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας. Θέτει την ατζέντα με τους δικούς του όρους και υλοποιεί το πλάνο του να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος και ως επιλογή που θα επιβάλει η συγκυρία. Σε αυτό τον βοηθούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, των οποίων οι κινήσεις δεν προκαλούν την προσοχή της κοινής γνώμης.

Ο μεν κ. Τσίπρας προκαλεί πολιτικό θόρυβο επιχειρώντας να κερδίσει προκαταβολικά την ατζέντα της ΔΕΘ, υπενθυμίζοντας ότι το fair play είναι για το ποδόσφαιρο και όχι για την πολιτική. Το δε ΠΑΣΟΚ επιλέγει να γιορτάσει την 3η του Σεπτέμβρη στην όμορφη και τουριστική Κρήτη, μια περιοχή όπου διαθέτει ισχυρή πολιτική επιρροή. Τα υπόλοιπα κόμματα συνεχίζουν τις χαμηλές τους πτήσεις, ενώ κόμματα όπως το νεότευκτο της κ. Καρυστιανού δίνουν την εντύπωση ότι δεν ήταν όσο έτοιμα θα έπρεπε για τον εκλογικό στίβο.

Η πρόκληση για την κοινωνία είναι να σταματήσει να υπομένει καταστάσεις στη λογική του μικρότερου κακού, ο κ. Μητσοτάκης άλλωστε αυτό επιδιώκει. Η ευκαιρία για την αντιπολίτευση είναι να προκαλέσει στους πολίτες την ανάγκη να συγκρίνουν τη χώρα που η κυβέρνηση λέει ότι διοικεί με αυτήν την οποία πραγματικά βιώνουμε. Να τους κινητοποιήσει να διεκδικήσουν τη χώρα που αξίζουν. Πως, όμως, θα γίνει αυτό με μια φοβική αντιπολίτευση που δεν έχει καταλάβει πως δεν μπορείς να κάνεις ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά;

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 26/8/2026, σ.12

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Προεκλογική χρονιά, γνώριμη μιζέρια

 


Ακόμη και αν οι εκλογές γίνουν στο τέλος της τετραετίας, βρισκόμαστε χωρίς αμφιβολία σε προεκλογική χρονιά. Μπορεί σήμερα οι εκλογές να μην κινητοποιούν τους πολίτες με την ένταση του παρελθόντος, εξακολουθούν όμως να καθορίζουν τη ζωή μας και τις προτεραιότητες της πολιτικής συζήτησης.

Στο τέλος κάθε κυβερνητικής θητείας συνηθίζουμε να κάνουμε ταμείο. Σχεδόν πάντοτε ο απολογισμός είναι μονοθεματικός: στο επίκεντρο βρίσκονται τα δημοσιονομικά μεγέθη και η πορεία της οικονομίας, ανεξάρτητα από το αν αυτά αποτελούν πράγματι την πρώτη προτεραιότητα των πολιτών. Η επίκληση των αριθμών είναι άλλωστε εύκολη, καθώς κυβέρνηση και αντιπολίτευση επιλέγουν κάθε φορά τους αριθμούς που εξυπηρετούν καλύτερα την επιχειρηματολογία τους.

Φοβάμαι ότι η φετινή προεκλογική περίοδος κινδυνεύει να ακολουθήσει την ίδια πεπατημένη. Σε μια εποχή όπου η ρευστότητα του εκλογικού σώματος, η αποχή και η μειωμένη εμπιστοσύνη προς την πολιτική θα έπρεπε να επιβάλλουν μια ωριμότερη προσέγγιση, κινδυνεύουμε να κάνουμε ξανά «μία από τα ίδια» και το βράδυ των εκλογών να απορούμε για τη μειωμένη συμμετοχή.

               Το πολιτικό σύστημα, επειδή ακριβώς δυσκολεύεται να αλλάξει, βουλιάζει τη χώρα χωρίς όμως να βυθίζεται το ίδιο. Εξακολουθεί να κινείται με πρακτικές προηγούμενων δεκαετιών, θέτοντας την ατζέντα περισσότερο με βάση τις δικές του ανάγκες παρά τις κοινωνικές απαιτήσεις. Έτσι, η κοινωνία παραμένει συχνά θεατής αποφάσεων που την αφορούν και συσσωρεύει απογοήτευση για όσα δεν αλλάζουν.

Μέρος των δεινών της καθημερινότητάς μας οφείλεται στην κακή λειτουργία των θεσμών και της δημοκρατίας, για την οποία πρωτίστως ευθύνεται η εκάστοτε διοίκηση. Όμως αυτή η συζήτηση, για τους θεσμούς που επιθυμούμε και που έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη για την κοινωνία και τη δημοκρατία, δεν γίνεται.

Η πολιτική τάξη της χώρας, φοβούμενη το απρόβλεπτο, ανθίσταται στις αλλαγές, πορεύεται κατά τον τρόπο που έμαθε στη Μεταπολίτευση και χάνει τις εξελίξεις. Έτσι, η δημοκρατία μας μένει καθηλωμένη και αγκυλωμένη στο παρελθόν. Αποποιείται την ευθύνη για τον εκσυγχρονισμό, διότι το νέο μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες όπου κάποιοι δεν θα έχουν θέση.

Με τον τρόπο αυτό οδηγούμαστε στο τέλμα και την εθνική μιζέρια, ενισχύουμε την ατομικότητα ως μοναδικό στόχο και υποβιβάζουμε τη συλλογικότητα σε ανάμνηση, καθώς είναι πιο εύκολο να διαχειριστεί κάποιος μικροομάδες συμφερόντων αντί κοινωνικών κινημάτων. Σε αυτό η κυβέρνηση δίνει τον τόνο και η αντιπολίτευση συμμετέχει με τον ίδιο ενθουσιασμό, άλλωστε, είναι πιο εύκολο να χαϊδεύεις αυτιά από το να λες αλήθειες.

Όσο λοιπόν η κοινωνική αδράνεια θα εντείνεται από την προσποιητή δράση του πολιτικού συστήματος, εμείς απολογιστικά θα καταγράφουμε τις χαμένες ευκαιρίες για τη χώρα, έπειτα από κάθε εκλογικό κύκλο.


Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 19/8/2026, σ.12


Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

 Κλειστόν λόγω Αυγούστου

 


Με τη φράση «τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις», ο αείμνηστος Ουμπέρτο Έκο αποπειράθηκε να περιγράψει την κατάσταση στα μέσα ενημέρωσης, όπου οι αίθουσες σύνταξης αδειάζουν και οι ρυθμοί της επικαιρότητας μοιάζουν να υποχωρούν. Στην Ελλάδα, όμως, η αυγουστιάτικη επιβράδυνση δεν περιορίζεται στα μέσα ενημέρωσης. Διαπερνά τη διοίκηση, τις επιχειρήσεις και την επαγγελματική ζωή, αποκαλύπτοντας την ολική έλλειψη σχεδιασμού.

Και εδώ ξεκινά ένα ακόμη ελληνικό παράδοξο. Σε μια χώρα που επιδιώκει το καλοκαίρι να κατακλύζεται από εκατομμύρια τουριστών και ένα σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ να προέρχεται από εκεί, εμείς ρίχνουμε ρυθμούς προς τέρψιν του γηγενούς πληθυσμού και διατήρησης μίας κακώς εννοούμενης εθιμοτυπίας που θέλει πάση θυσία διακοπές τον Αύγουστο. Έτσι με σχεδιασμό δεκαετίας 1960 πορευόμαστε και το 2026. Η αντίστασή μας σε κάθε αλλαγή, ακόμη και όταν αυτή επιβάλλεται από τις συνθήκες, μας καθιστά χώρα λειτουργίας έντεκα μηνών. Τον Αύγουστο η οικονομία μπαίνει σε κατάσταση αναμονής λειτουργίας, όπου οι κύριες δραστηριότητες αναστέλλονται για τον Σεπτέμβριο και μόνον σε έκτακτη συνθήκη θα λειτουργήσει.

Η εικόνα που περιγράφω δεν είναι καινούργια αλλά φοβάμαι πως δύσκολα θα αλλάξει, όσο αντιμετωπίζουμε τις διακοπές ως συλλογική αναστολή λειτουργίας και όχι ως ατομικό δικαίωμα που απαιτεί προσωπική οργάνωση. Σχεδιάζουμε μια χώρα προορισμό για όλη την ανθρωπότητα όλο το χρόνο κι εμείς επιδιώκουμε να μπαίνουμε σε διακοπές τον Αύγουστο, μια πρακτική που πληγώνει και την αγορά. Οι εργαζόμενοι φθάνουν στα όρια τους τον Ιούλιο, υπερεργαζόμενοι για να διευθετήσουν τις εκκρεμότητες σαν να μην υπάρχει αύριο. Κινούνται σε ρυθμούς που παραπέμπουν σε μετανάστευση, αποδημία ή και εκδημία, λες και το Σεπτέμβριο δεν θα πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε.

Η ίδια εικόνα υπάρχει και στο πολιτικό σύστημα, οι πολιτικοί «κυνηγούν» τους ψηφοφόρους σε κάθε γιορτή, πανήγυρη, παραλία ή ραχούλα και αν οι περιστάσεις το επιβάλλουν γυρίζουν μαυρισμένοι με «σηκωμένα τα μανίκια», καλλιεργώντας την εικόνα εκείνου που θυσίασε τις θερινές του διακοπές για το δημόσιο καθήκον.

Η αυγουστιάτικη υπολειτουργία, όμως, δεν είναι απλώς ζήτημα κοινωνικής συνήθειας. Αποκαλύπτει την εικόνα ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης, μιας χώρας που δεν σχεδιάζει και δεν διαταράσσει την «κανονικότητά» της γιατί δεν θέλει να κάνει αλλιώς, επιδιώκει τη συντήρηση της υφιστάμενης κατάστασης διότι οι αλλαγές εκτός από δημοκρατικά αντανακλαστικά φέρουν και την αβεβαιότητα που πάντα δημιουργεί μια νέα κατάσταση.

Οι βαθμοί πολιτικής ελευθερίας στην περιφερειακή διοίκηση για παράδειγμα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτοι και περιορίζονται στην ευχέρεια κήρυξης μιας περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Έτσι σε μια χώρα που μπορεί την ίδια μέρα να έχεις χιονόπτωση και καύσωνα, ο σχεδιασμός και η λήψη αποφάσεων εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κέντρο. Αντί να ενισχύουμε την αποκέντρωση, την επιχειρησιακή συνέχεια και την τοπική ευθύνη, αναπαράγουμε έναν μηχανισμό που λειτουργεί μόνο όταν είναι παρούσα η κεντρική διοίκηση.

Δεν χρειάζεται να καταργήσουμε τις θερινές διακοπές. Χρειάζεται απλώς να πάψει το συλλογικό κλείσιμο της χώρας. Μια χώρα που θέλει να υποδέχεται τον κόσμο δώδεκα μήνες τον χρόνο δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο έντεκα. Οι διακοπές είναι δικαίωμα. Το εθνικό «κλειστόν λόγω Αυγούστου», όμως, είναι επιλογή οργάνωσης.

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026, σελ. 12

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

 Ελλάδα, τελικά, είναι μόνον η Αθήνα;

Αποτελεί πλέον παράδοση για τα πολιτικά πράγματα της χώρας η πολιτική χρονιά να ξεκινά τον Σεπτέμβριο. Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για μακρινή συνήθεια που έμεινε από το Βυζάντιο, όταν η αρχή της Ινδίκτου σηματοδοτούσε την έναρξη του νέου διοικητικού έτους, ή αν απλώς εναρμονίζεται με την κοινωνία, η οποία επιστρέφει στους συνήθεις ρυθμούς της με την έναρξη της σχολικής χρονιάς.

Όπως και να έχει, τα «μπάνια του λαού» γίνονται κάθε Σεπτέμβριο ανάμνηση και η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης σηματοδοτεί την επανεκκίνηση της πολιτικής αντιπαράθεσης. Φέτος με δεδομένο ότι αυτή είναι η τελευταία ΔΕΘ πριν από τις εκλογές, έχει γίνει υπερεπένδυση προσδοκιών. Η μεν κυβέρνηση υπολογίζει να βρει την ευκαιρία που χρειάζεται για να αναστρέψει το δύσκολο για εκείνη πολιτικό κλίμα, τα δε κόμματα της αντιπολίτευσης πιστεύουν ότι θα έχουν το θεσμικό βήμα να παρουσιάσουν τη δική τους πλατφόρμα και να πάρουν «εκλογικούς πόντους».

Η πραγματικότητα, όμως, πιθανότατα θα εξελιχθεί όπως κάθε χρόνο, ίσως με λίγο οξύτερους τόνους. Για περίπου δέκα ημέρες, το «κράτος των Αθηνών» θα μετακομίσει στη συμπρωτεύουσα. Θα κατακλύσει τα καταστήματα εστίασης, θα δώσει ακόμη μία ανάσα στα ξενοδοχεία και θα ενισχύσει τη νυχτερινή ζωή της πόλης, τώρα που τα Μνημόνια τελείωσαν και επιστρέψαμε στην πολιτική κανονικότητα.

Στο περιθώριο όλων αυτών θα γίνουν και οι εθιμοτυπικές συναντήσεις με τους θεσμικούς παράγοντες και τους κοινωνικούς εταίρους και κάθε κομματικό επιτελείο θα φύγει νιώθοντας πως εκπλήρωσε το χρέος του. Ύστερα, τα φώτα θα σβήσουν και θα τα ξαναπούμε «του χρόνου».

Για ακόμη μία φορά, όμως, κινδυνεύουμε να μην αγγίξουμε την ουσία. Να μη μιλήσουμε για τις πραγματικές ανάγκες της βόρειας Ελλάδας, ούτε για τις προοπτικές που μπορούν να διαμορφωθούν. Θα παρουσιαστεί ένα ακόμη «πακέτο παροχών», χωρίς να ανοίξει ουσιαστική συζήτηση για την ανάπτυξη, τις υποδομές, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη θέση της περιοχής στον νέο οικονομικό και γεωπολιτικό χάρτη. Οι ανησυχίες των πολιτών, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια θα επιχειρηθεί να κατευναστούν προσωρινά με εξαγγελίες. Τα τοπικά μέσα ενημέρωσης θα βρεθούν για λίγες ημέρες στο κέντρο του ενδιαφέροντος, φιλοξενώντας συνεντεύξεις πολιτικών προσώπων, και οι Βορειοελλαδίτες θα συνεχίσουν τη ζωή τους με τις βεβαιότητες που δημιουργεί ο «πολιτικός αποκλεισμός» από τα κέντρα αποφάσεων, γεγονός που καθορίζει την εκλογική τους συμπεριφορά, αλλά ως τώρα μας προβληματίζει μόνο το βράδυ των εκλογών.

Χωρίς αμφιβολία, η χώρα κυβερνάται σήμερα από ανθρώπους που προτάσσουν τη διαχειριστική τους ικανότητα ως προσόν και αποφεύγουν να δείξουν, εάν έχουν, την πολιτική τους στόχευση για τη χώρα. Χωρίς όραμα και αφήγηση για το μέλλον, περιορίζονται στη συντήρηση της υφιστάμενης κατάστασης. Τη συντήρηση ενός μοντέλου όπου η εγγύτητα αποτελεί συχνά όρο επιβίωσης: εγγύτητα στην κυβέρνηση, στα κόμματα, στα κέντρα εξουσίας, στα οικονομικά συμφέροντα. Μια πρακτική που ενισχύει το αθηνοκεντρικό μοντέλο και παράγει προσώρας εκλογικές διαιρέσεις ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Η αιτία προφανής: το πολιτικό σύστημα επιβιώνει ευκολότερα μέσα σε ένα συγκεντρωτικό και μονοδιάστατο μοντέλο. Οι πολλές διαστάσεις, οι ισχυρές περιφέρειες και τα περισσότερα κέντρα λήψης αποφάσεων περιορίζουν τον έλεγχο και επιβάλλουν πραγματική λογοδοσία. Άλλωστε, αυτό μάθαμε τόσα χρόνια, αυτό θα διατηρήσουμε: «Εμάς ξέρετε, εμάς εμπιστεύεστε».

 Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026, σελ. 13

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

 Η συνεργασία ως αντίβαρο στην εξουσία

 


Πριν από μερικά χρόνια, στο πλαίσιο συζήτησης για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας, ο πρέσβης σκανδιναβικού κράτους με ρώτησε για ποιο λόγο οι πολιτικές συνεργασίες αποτελούν στην Ελλάδα την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

Ύστερα από μια σύντομη περιγραφή των ιστορικών συνθηκών, κατέληξα στη νοοτροπία που έχει καλλιεργήσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Διευκρίνισα ότι οι πολιτικοί αρχηγοί, τη στιγμή που μιλούσαμε, είχαν κατά τεκμήριο αποφοιτήσει από το σχολείο τον προηγούμενο αιώνα και είχαν διαπαιδαγωγηθεί με την λογική του "αἰὲν ἀριστεύειν". Μια αρχή που σημαίνει τη διαρκή προσπάθεια να είσαι ο καλύτερος και να ξεπερνάς τον εαυτό σου, αλλά συχνά ερμηνεύτηκε ως την ανάγκη να υπερέχεις των άλλων.

Τα χρόνια πέρασαν, η Ελλάδα δεν βρίσκεται πια στο μάτι του κυκλώνα, δεν απειλεί τη σταθερότητα της ευρωζώνης και δεν απασχολεί καθημερινά τα διεθνή μέσα και τις αγορές. Είναι μια χώρα που προσπαθεί να λειτουργήσει μέσα σε ένα σύνθετο και πολυπαραγοντικό διεθνές περιβάλλον.

Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έμαθε από την κρίση, άλλαξε νοοτροπία. Αναθεώρησε τη στάση του απέναντι στην κατανάλωση, στον δανεισμό και στην οικονομική ασφάλεια. Οι πολιτικοί μας, όμως, δεν ακολούθησαν το χρόνο. Εξακολουθούν να κινούνται με τη λογική της πρώιμης Μεταπολίτευσης και του ισχυρού δικομματισμού.

Στις συνθήκες εκείνες κάθε κυβέρνηση ένιωθε την πίεση μιας αντιπολίτευσης που μπορούσε πράγματι να την αντικαταστήσει. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος είχε μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, ενώ η πιθανότητα εναλλαγής στην εξουσία λειτουργούσε ως παράγοντας αυτοσυγκράτησης ή έστω τήρησης των προσχημάτων, σε ένα περιβάλλον που οι πολίτες είχαν ισχυρό ενδιαφέρον για την πολιτική.

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει, η συγκυρία εμφανίζει χαρακτηριστικά συστήματος κυρίαρχου κόμματος, όπου ένα κόμμα κυβερνά για μεγάλο χρονικό διάστημα, κερδίζοντας πολλαπλές εκλογές, και η αντιπολίτευση δεν δείχνει να έχει ουσιαστικές πιθανότητες να ανέλθει στην εξουσία. Σε αυτή την πραγματικότητα, που συνεπικουρείται από τη χαμηλή διάθεση της κοινωνίας να ασχοληθεί με τα κοινά, η κυβερνητική εξουσία εμφανίζει αντίσταση στους θεσμικούς περιορισμούς και συχνά υποβαθμίζει τη σημασία του κοινοβουλευτικού ελέγχου, αντλώντας δύναμη από την κατακερματισμένη αντιπολίτευση.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης πολιτεύονται χωρίς φαντασία και διεκδικούν την ψήφο μας με μόνο στόχο την πρωτιά και την αποκλειστικότητα στη διακυβέρνηση, τη στιγμή που η πολιτική ρευστότητα υπαγορεύει διαφορετικούς ελιγμούς. Η ρητορική «ή εμείς ή το χάος» είναι πια ξεπερασμένη. Σήμερα η συνεργασία δεν πρέπει να θεωρείται ένδειξη αδυναμίας, υποχώρησης ή συμβιβασμού με τον ισχυρό. Η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση συνεργασίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην παραίτηση από τις αρχές ενός κόμματος. Ας ανανοηματοδοτήσουμε την έννοια της συνεργασίας και ας τονίσουμε ότι η εποχή επιβάλλει τη συμμετοχή σε μια κυβέρνηση συνεργασίας ως μηχανισμό ελέγχου της εξουσίας από μέσα και ως εγγύηση μεγαλύτερης λογοδοσίας.

Η συνεργασία δεν είναι πολιτική ήττα. Είναι τρόπος να περιοριστεί η αυθαιρεσία της εξουσίας, να διευρυνθεί η αντιπροσώπευση και να καθιερωθεί η λογοδοσία. Ενδέχεται σήμερα η πολιτική υπεροχή να μη μετριέται από το ποιος μπορεί να κυβερνήσει μόνος του, αλλά από το ποιος μπορεί να συνεργαστεί χωρίς να χάσει τις αρχές του. Άλλωστε ο φόβος του παρόντα φυλάει καλύτερα τα έρμα!

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026, σελ. 14

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Ποιος θα μιλήσει για την Ελλάδα του 2050;


    Η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, απροετοίμαστη για ακόμη μία φορά να συζητήσει όσα πραγματικά θα καθορίσουν το μέλλον της. Σε μια εποχή κατά την οποία, αν ήμασταν Γαλάτες, θα λέγαμε ότι ο ουρανός έχει ήδη πέσει στο κεφάλι μας, συνεχίζουμε το business as usual. Οι έντονες ανακατατάξεις, η αβεβαιότητα, οι κοινωνικές πιέσεις και οι τεχνολογικές αλλαγές διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον, απέναντι στο οποίο το πολιτικό σύστημα αποφεύγει να τοποθετηθεί με σαφήνεια.

    Ζούμε σε μια περίοδο μετάβασης, όπου η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει τις εξελίξεις. Κάποιοι την παρομοιάζουν με τον Μεσοπόλεμο. Νομίζω ότι θυμίζει περισσότερο τη Βιομηχανική Επανάσταση: μια εποχή που δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο παραγωγής και κατανομής του πλούτου, αλλά και όσα οι κοινωνίες θεωρούσαν σημαντικά. Η εργασία, η παραγωγικότητα, η γνώση και η κατοχή της τεχνολογίας απέκτησαν νέο βάρος και έδωσαν διαφορετικό νόημα στην πρόοδο και στην ατομική επιτυχία.

    Σήμερα, οι πολίτες νιώθουν ανυπεράσπιστοι μπροστά στο άγνωστο. Η αδυναμία να φανταστούμε το μέλλον με όρους προόδου και εξέλιξης έχει καλλιεργήσει μια διάχυτη αίσθηση ματαιότητας και παραίτησης. Έχει εδραιωθεί η πεποίθηση ότι η επόμενη γενιά θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη και δε φαίνεται να γίνεται συστηματική προσπάθεια να το ανατρέψουμε.

    Η τρέχουσα πολιτική συζήτηση δεν αφορά την Ελλάδα του 2050. Δεν θέτει στόχους, δεν περιγράφει ποια χώρα θέλουμε να έχουμε, ούτε εξηγεί πώς θα αυξηθεί ο παραγόμενος πλούτος. Αντίθετα, αναλώνεται κυρίως σε δύο πεδία: στην αναδιανομή του υπάρχοντος πλούτου με όρους μιζέριας και στην εκλογική αριθμητική.

    Το πρώτο πεδίο είναι η παροχολογία, στη λογική του «Τόσα δίνω, πόσα θες;». Δέκατη τρίτη σύνταξη, επιδόματα, δωρεάν μετακινήσεις και άλλες εξαγγελίες που μπορεί να είναι αναγκαίες ή δίκαιες αλλά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: πώς θα αυξηθεί το ΑΕΠ, ώστε να υπάρχουν περισσότερα ταμειακά διαθέσιμα για ουσιαστική και διατηρήσιμη αναδιανομή; Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η κοινωνική πολιτική, αλλά οι παροχές που παρουσιάζονται ως υποκατάστατο ενός σχεδίου ανάπτυξης.

    Το δεύτερο πεδίο είναι οι εκλογικές επιδόσεις των κομμάτων. Τα κόμματα, με χαρτί και μολύβι, αναζητούν τον συνδυασμό που θα τους εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή θέση την επομένη των εκλογών. Όλα αυτά στο όνομα της εκλογικής επιβίωσης και όχι της θωράκισης της χώρας απέναντι στις αλλαγές που έχουν ήδη δρομολογηθεί.

    Η πραγματική συζήτηση θα έπρεπε να αφορά στο παραγωγικό μοντέλο, στην επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία, τη δημογραφική συρρίκνωση, την εκπαίδευση, την ενεργειακή ασφάλεια και τη θέση της χώρας στον νέο διεθνή καταμερισμό ισχύος.

    Το πραγματικό ερώτημα των επόμενων εκλογών δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει μετά την κάλπη. Είναι ποια Ελλάδα θα υπάρχει το 2050 και αν θα έχουμε αρχίσει να την οικοδομούμε.

    Ενδέχεται όμως να έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν! Οψόμεθα!

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026, σ.12  

 

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

 Η κρίση στρατηγικής της προοδευτικής παράταξης

 


Αν σήμερα ζητούσαμε από τους Γαλάτες να μας πουν πώς βλέπουν τα πράγματα, είμαι σίγουρη ότι θα απαντούσαν πως «έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μας». Κάπως έτσι μοιάζει να αισθάνεται στις μέρες μας η πλειονότητα των ανθρώπων. Σε μια περίοδο όπου οι σταθερές έχουν καταρρεύσει και τίποτε δεν θεωρείται πια δεδομένο, οι πολίτες νιώθουν σαστισμένοι, ανασφαλείς και συχνά ανήμποροι να αντιδράσουν.

Οι αιτίες είναι πολλές. Κατά τη γνώμη μου, όμως, η καθοριστικότερη είναι η παγκόσμια ανισοκατανομή του πλούτου. Βιώνουμε μια εποχή κατά την οποία ο πλούτος παράγεται με ταχύτερο ρυθμό από ποτέ. Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί ήδη νέα δεδομένα, καθώς αναδύεται ακόμη και η συζήτηση για έναν νέο τύπο δισεκατομμυριούχου, εκείνον με τη μονοπρόσωπη εταιρεία. Ωστόσο, η συσσώρευση αυτού του πλούτου γίνεται από έναν όλο και μικρότερο αριθμό ανθρώπων. Το αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων, της κοινωνικής ανασφάλειας και του αποκλεισμού.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο δημιουργείται το κενό που θα έπρεπε να καλύψει η πολιτική, δίνοντας απαντήσεις και προτείνοντας λύσεις. Τολμώ να πω ότι αυτός είναι και ο ιστορικός προορισμός των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, δηλαδή να διαμορφώσουν μια σύγχρονη ατζέντα ανακατανομής, κοινωνικής κινητικότητας και ουσιαστικής προστασίας των πιο αδύναμων πολιτών.

Δυστυχώς, όμως, σε αυτή τη φάση δεν φαίνεται να έχουν κατανοήσει σε βάθος τη νέα πραγματικότητα ούτε να μπορούν να προτείνουν λύσεις ικανές να κινητοποιήσουν τους πολίτες.

Σε πρόσφατη τοποθέτησή του, ο Αλέξης Τσίπρας, ξεπερνώντας τη διαίρεση Αριστεράς – Δεξιάς, έθεσε τα διλήμματα «στασιμότητα ή πρόοδος» και «διαφθορά ή εντιμότητα», παρουσιάζοντας παράλληλα ορισμένες προτάσεις ανακούφισης των πιο αδύναμων πολιτών. Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, αφού χαρακτήρισε τις προτάσεις αυτές ανεφάρμοστες, μίλησε επίσης για μέτρα διευκόλυνσης της μετακίνησης των νέων στα αστικά κέντρα.

Οι εικόνες αυτές δείχνουν, πιστεύω, και το μέγεθος του προβλήματος. Οι πολιτικοί της χώρας, αντί να προτείνουν δομικές αλλαγές, αναλώνονται είτε στην παροχολογία είτε στη διλημματική διάσταση του τρόπου διακυβέρνησης χωρίς όμως να προβάλλουν έναν καθαρό στόχο.

Σήμερα, ο στόχος θα έπρεπε να είναι η ανακατανομή του πλούτου. Διότι μόνο μέσα από μια πιο δίκαιη κατανομή των ευκαιριών, των πόρων και των ωφελειών της ανάπτυξης μπορεί να επιτευχθεί κοινωνική ειρήνη. Για να γίνει αυτό, οι ίδιες οι πολιτικές δυνάμεις πρέπει να αλλάξουν τακτική. Να σταματήσουν να μιλούν τη γλώσσα της Μεταπολίτευσης, μια γλώσσα που γνωρίζουν καλά, που όμως η κοινωνία πλέον αναγνωρίζει και, ηθελημένα, παραγνωρίζει.

Με αυτή την τακτική, κινδυνεύουν να συρρικνώσουν ακόμη περισσότερο την προοδευτική παράταξη. Όσο θα διαγκωνίζονται ανάμεσα στην παροχολογία και την ασυνεννοησία, τόσο οι ανορθολογικές δυνάμεις, που αμφισβητούν κάθε δυνατότητα πραγματικής αλλαγής και επενδύουν μόνο στην τιμωρία του πολιτικού συστήματος με όρους συναισθήματος, θα καρπώνονται την οργή, την απογοήτευση και θα συμβάλλουν στην συντηρητικοποίηση της κοινωνίας.

Και έτσι, αντί να ανοίγει ο δρόμος για μια νέα προοδευτική πρόταση, θα ρίχνουν νερό στον μύλο της συντήρησης.

 

Δημοσίευση: Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026, σ.10