Η συζήτηση γύρω από τον επικείμενο ανασχηματισμό έχει πραγματικά πολύ ενδιαφέρον. Τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται εκτενώς για να γεμίσουν σελίδες ή τηλεοπτικό χρόνο, καθώς σε περίοδο εορτών η ειδησεογραφία είναι περιορισμένη. Οι βουλευτές της ΝΔ επιδίδονται στη διάδοση φημών για άμεση υπουργοποίησή τους, ενώ οι ψηφοφόροι τους τρέφουν φρούδες ελπίδες ανάκαμψης και αναμένουν ότι ο «πανίσχυρος» πρωθυπουργός με αριστοτεχνικές κινήσεις θα αναστρέψει το κλίμα.
Σε αυτό το σκηνικό οι υπόλοιποι συνεχίζουμε κανονικά τη ζωή μας έχοντας κατά νου ότι, δεν μας αξίζει η χώρα που ζούμε και μας εξασφαλίζει η ΝΔ, αλλά τι να κάνουμε που έχουμε περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης.
Προσωπικά οι αναφορές στον ανασχηματισμό με έχουν οδηγήσει σε μια σειρά σκέψεων κυρίως για την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης σε περιόδους αναμονής αλλαγής ηγεσίας, αλλά και για το αν και κατά πόσο η δημόσια διοίκηση αποδίδει και λειτουργεί όπως θα έπρεπε.
Όσοι έχουν έστω και μικρή εμπειρία από τη λειτουργία ενός υπουργείου γνωρίζουν πως η εκάστοτε ηγεσία έχει δύο επιλογές. Η μία είναι να δουλέψει με τον υπάρχοντα ιστό υπαλλήλων και στελεχών. Η άλλη είναι να δημιουργήσει ένα παράλληλο σύστημα, τις πιο πολλές φορές αποτελούμενο από συμβούλους με εξαιρετικά βιογραφικά και επαγγελματική εμπειρία αλλά με άγνοια δημόσιας διοίκησης.
Συνήθως οι υπουργοί επιλέγουν το δεύτερο μοντέλο, καθώς είναι πιο εύκολο να δουλεύεις όπως έχεις συνηθίσει, από το να αξιοποιείς το ήδη υπάρχον δυναμικό. Έτσι, δημιουργείται ένα κλίμα που παραπέμπει σε υπουργείο και υπαλλήλους δύο ταχυτήτων. Έως ότου έλθουν τα δύσκολα. Όσο η λαϊκή εντολή είναι νωπή και η κυβέρνηση ισχυρή, οι «εξωσχολικοί» δίνουν και παίρνουν και επαίρονται πως διοικούν το κράτος. Όταν, όμως, τα πράγματα αλλάξουν και οι συγκυρίες δυσκολέψουν, τότε τα υπουργεία λειτουργούν με αυτόματο πιλότο. Οι συνεργάτες αραιώνουν τις επισκέψεις στα γραφεία τους, οι μόνιμοι υπάλληλοι γίνονται πλέον από χρήσιμοι έως πολύτιμοι και οι περισσότεροι εκ της ηγεσίας οχυρώνονται πίσω από τις αποφάσεις της διοίκησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα και η πρόσφατη περίπτωση του Βατοπαιδίου. Υπουργοί και αξιωματούχοι των υπουργείων στις δύσκολες ώρες επικαλέστηκαν τις γνωμοδοτήσεις των υπηρεσιών του δημοσίου προκειμένου να αποποιηθούν ευθύνες και να δικαιολογήσουν τις αποφάσεις τους.
Κι εδώ αναρωτιέται κάποιος, έχουμε ξεκαθαρίσει ποια δημόσια διοίκηση θέλουμε; Θέλουμε ένα σύστημα που να λειτουργεί και να μην επηρεάζεται από την μετακίνηση ενός υπουργού ή ακόμη και από την αλλαγή κυβέρνησης. Ένα σύστημα όπου οι υπάλληλοι θα επιλέγονται με αντικειμενικά κριτήρια (π.χ. διαγωνισμούς ΑΣΕΠ); Ή επιλέγουμε μια χώρα έρμαιο των επιλογών της ηγεσίας, όπου η λειτουργία του κράτους θα εναπόκειται στα παράλληλα μετακλητά συστήματα που αναπτύσσονται από τους υπουργούς και η τύχη και η αποτελεσματικότητά τους θα εξαρτώνται από την παρουσία τους;
Προσωπικά απαντώ πως χρειαζόμαστε δημόσια διοίκηση με άξιους ανθρώπους, των οποίων η απόδοση δεν θα εξαρτάται από τις διαθέσεις του εκάστοτε υπουργού. Όπου οι άνθρωποι θα νιώθουν χρήσιμοι στην υπηρεσία τους και θα μπορούν να υπερηφανεύονται πως προσφέρουν στον τόπο. Μια διοίκηση όπου δεν θα καλλιεργεί τη νοοτροπία που θα περιγράψω αμέσως παρακάτω από προσωπική εμπειρία: όταν ρώτησα έναν υπάλληλο υπουργείου για ποιο λόγο δεν έχει εφαρμοστεί απόφαση υπουργού, που ομολογουμένως τον υποχρέωνε να δουλέψει περισσότερο, μου απάντησε: «Ξέρεις πόσους υπουργούς έχω αλλάξει εγώ;».
Δημοσίευση - ΝΙΚΗ 6/1/2009
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008
Θεμέλια για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο
Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι πολιτική. Καταγράφουν ό,τι όλοι αντιλαμβανόμαστε αλλά οι πολιτικοί τις περισσότερες φορές αδυνατούν να αντιληφθούν.
Το 2004 κατέγραφαν τους Έλληνες ως πολίτες μιας χώρας που πρόσμεναν τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και είχαν βρει μια θέση στην παγκόσμια κοινότητα. Ήταν το αποτέλεσμα της σταθερότητας (πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής) που είχε εξασφαλίσει ως τότε το ΠΑΣΟΚ.
Σε αυτό το αισιόδοξο περιβάλλον όπου δεν κυριαρχούσε αγωνία για το αύριο, ήταν αναμενόμενο, να ατονήσει το ενδιαφέρον των πολιτών για την πολιτική. Το εκλογικό σώμα κουρασμένο από την πολυετή διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, αβίαστα υιοθέτησε την συνθηματικού τύπου προσέγγιση της ΝΔ πως «όλοι ίδιοι είναι».
Η ΝΔ αναδύθηκε στην εξουσία με συγκεκριμένο σχέδιο. Μετέφερε εσκεμμένα την πολιτική αντιπαράθεση στο πεδίο της ηθικής και αφού αυτοχρίστηκε «αρχάγγελος της κάθαρσης» υποσχέθηκε «επανίδρυση του κράτους», δίνοντας στους πολίτες την ελπίδα πως δεν θα ακύρωνε, αλλά θα συνέχιζε, όσα «οι προηγούμενοι δεν πρόλαβαν».
Με τον τρόπο αυτό και την μεγάλη εκλογική της νίκη, εξασφάλισε την ανοχή των Ελλήνων και ξεκίνησε τη διακυβέρνηση της χώρας. Την πρώτη τετραετία ξόδεψε το πολιτικό της κεφάλαιο, ακριβώς γιατί δεν είχε πρόγραμμα και διοίκησε με την κεκτημένη ταχύτητα που είχαν εξασφαλίσει οι επιλογές των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η ανυπαρξία προγράμματος και ικανών στελεχών την έκαναν να επενδύσει στο πρόσωπο του «ισχυρού πρωθυπουργού» που με το μαγικό ραβδάκι θα μπορούσε να λύνει κάθε φορά το γόρδιο δεσμό. Γνωρίζοντας την πολιτική της αυτή αδυναμία, φρόντισε να ζητήσει ανανέωση της κυβερνητικής της θητείας τη στιγμή που η χώρα καιγόταν. Τις εκλογές βεβαίως τις κέρδισε καθώς σε κατάσταση εθνικής τραγωδίας οι πολίτες δεν κάνουν αλλαγές, ελπίζοντας πως αυτό δε θα κάνει τα πράγματα χειρότερα, δεν δίνουν όμως και «λευκή επιταγή».
Σήμερα περίπου ένα χρόνο μετά τις εκλογές, το μόνο που έχει καταφέρει είναι να προκαλέσει το κοινό αίσθημα. Οι Έλληνες πλέον τη θεωρούν ικανή για όλα με αποκορύφωμα την υπόθεση του Βατοπαιδίου όπου κανείς δεν ένιωσε έκπληξη, παρά μόνον οργή. Οι εκλογείς από την γνωστή επωδό του «όλοι ίδιοι είναι», «κανείς δεν είναι κατάλληλος», «τίποτα δε μπορεί να λύσει τα προβλήματα της χώρας» έχουν μπει πια σε μια διαδικασία επαναπολιτικοποίησης. Ξεκίνησαν λέγοντας πως η χώρα χρειάζεται κυβερνήσεις συνεργασίας και συμμαχίες και στην αρχή έδειχναν να επιλέγουν μικρά κόμματα σε ενδεχόμενες εκλογές.
Σήμερα με την κατάλυση του κράτους και την οικονομία στο χειρότερό της σημείο, είναι ανασφαλείς για το μέλλον, μετακινούνται πολιτικά στην Κεντροαριστερά και αναζητούν ως ένα βαθμό κρατικό παρεμβατισμό. Σε περιόδους κρίσης οι ψηφοφόροι δεν πειραματίζονται και επιλέγουν δοκιμασμένες λύσεις.
Μια αυτοδύναμη κυβέρνηση που θα μπορέσει να εξασφαλίσει ευρείες κοινωνικές συναινέσεις και παράλληλα θα δίνει λύσεις στα πολλά και διαφορετικά προβλήματα των πολιτών είναι το ζητούμενο. Σε αυτή τη συνθήκη το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναδειχθεί. Έχει κυβερνητική εμπειρία και ικανά στελέχη, μπορεί να ενισχύσει το κοινωνικό κράτος και να δημιουργήσει περιβάλλον ασφάλειας και σιγουριάς στους πολίτες και να βάλει τα θεμέλια για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Το ΠΑΣΟΚ μέχρι στιγμής με συνεπή δουλειά, έχει καταφέρει να κάνει τους πολίτες να το ακούσουν, τώρα μένει να πει κάτι ενδιαφέρον στον πολίτη που διαδηλώνει, διότι θα μπορούσε να ήταν το δικό του παιδί δολοφονημένο στα Εξάρχεια. Να μιλήσει στον μαθητή που κινητοποιείται διότι το σχολείο και η κοινωνία ακυρώνουν τα όνειρά του. Να απευθυνθεί στον πολίτη που διαμαρτύρεται γιατί το κράτος είναι εχθρικό απέναντί του.
Όποιος καταφέρει να διατυπώσει ξεκάθαρο πολιτικό λόγο σε αυτό το πλαίσιο, με λύσεις υλοποιήσιμες και χωρίς κορώνες και κραυγές διαμαρτυρίας, όπως φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις, θα κερδίσει αυτοδύναμα τις επόμενες εκλογές.
Δημοσίευση: Αξία, 20 Δεκεμβρίου 2008
Το 2004 κατέγραφαν τους Έλληνες ως πολίτες μιας χώρας που πρόσμεναν τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και είχαν βρει μια θέση στην παγκόσμια κοινότητα. Ήταν το αποτέλεσμα της σταθερότητας (πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής) που είχε εξασφαλίσει ως τότε το ΠΑΣΟΚ.
Σε αυτό το αισιόδοξο περιβάλλον όπου δεν κυριαρχούσε αγωνία για το αύριο, ήταν αναμενόμενο, να ατονήσει το ενδιαφέρον των πολιτών για την πολιτική. Το εκλογικό σώμα κουρασμένο από την πολυετή διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, αβίαστα υιοθέτησε την συνθηματικού τύπου προσέγγιση της ΝΔ πως «όλοι ίδιοι είναι».
Η ΝΔ αναδύθηκε στην εξουσία με συγκεκριμένο σχέδιο. Μετέφερε εσκεμμένα την πολιτική αντιπαράθεση στο πεδίο της ηθικής και αφού αυτοχρίστηκε «αρχάγγελος της κάθαρσης» υποσχέθηκε «επανίδρυση του κράτους», δίνοντας στους πολίτες την ελπίδα πως δεν θα ακύρωνε, αλλά θα συνέχιζε, όσα «οι προηγούμενοι δεν πρόλαβαν».
Με τον τρόπο αυτό και την μεγάλη εκλογική της νίκη, εξασφάλισε την ανοχή των Ελλήνων και ξεκίνησε τη διακυβέρνηση της χώρας. Την πρώτη τετραετία ξόδεψε το πολιτικό της κεφάλαιο, ακριβώς γιατί δεν είχε πρόγραμμα και διοίκησε με την κεκτημένη ταχύτητα που είχαν εξασφαλίσει οι επιλογές των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η ανυπαρξία προγράμματος και ικανών στελεχών την έκαναν να επενδύσει στο πρόσωπο του «ισχυρού πρωθυπουργού» που με το μαγικό ραβδάκι θα μπορούσε να λύνει κάθε φορά το γόρδιο δεσμό. Γνωρίζοντας την πολιτική της αυτή αδυναμία, φρόντισε να ζητήσει ανανέωση της κυβερνητικής της θητείας τη στιγμή που η χώρα καιγόταν. Τις εκλογές βεβαίως τις κέρδισε καθώς σε κατάσταση εθνικής τραγωδίας οι πολίτες δεν κάνουν αλλαγές, ελπίζοντας πως αυτό δε θα κάνει τα πράγματα χειρότερα, δεν δίνουν όμως και «λευκή επιταγή».
Σήμερα περίπου ένα χρόνο μετά τις εκλογές, το μόνο που έχει καταφέρει είναι να προκαλέσει το κοινό αίσθημα. Οι Έλληνες πλέον τη θεωρούν ικανή για όλα με αποκορύφωμα την υπόθεση του Βατοπαιδίου όπου κανείς δεν ένιωσε έκπληξη, παρά μόνον οργή. Οι εκλογείς από την γνωστή επωδό του «όλοι ίδιοι είναι», «κανείς δεν είναι κατάλληλος», «τίποτα δε μπορεί να λύσει τα προβλήματα της χώρας» έχουν μπει πια σε μια διαδικασία επαναπολιτικοποίησης. Ξεκίνησαν λέγοντας πως η χώρα χρειάζεται κυβερνήσεις συνεργασίας και συμμαχίες και στην αρχή έδειχναν να επιλέγουν μικρά κόμματα σε ενδεχόμενες εκλογές.
Σήμερα με την κατάλυση του κράτους και την οικονομία στο χειρότερό της σημείο, είναι ανασφαλείς για το μέλλον, μετακινούνται πολιτικά στην Κεντροαριστερά και αναζητούν ως ένα βαθμό κρατικό παρεμβατισμό. Σε περιόδους κρίσης οι ψηφοφόροι δεν πειραματίζονται και επιλέγουν δοκιμασμένες λύσεις.
Μια αυτοδύναμη κυβέρνηση που θα μπορέσει να εξασφαλίσει ευρείες κοινωνικές συναινέσεις και παράλληλα θα δίνει λύσεις στα πολλά και διαφορετικά προβλήματα των πολιτών είναι το ζητούμενο. Σε αυτή τη συνθήκη το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναδειχθεί. Έχει κυβερνητική εμπειρία και ικανά στελέχη, μπορεί να ενισχύσει το κοινωνικό κράτος και να δημιουργήσει περιβάλλον ασφάλειας και σιγουριάς στους πολίτες και να βάλει τα θεμέλια για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Το ΠΑΣΟΚ μέχρι στιγμής με συνεπή δουλειά, έχει καταφέρει να κάνει τους πολίτες να το ακούσουν, τώρα μένει να πει κάτι ενδιαφέρον στον πολίτη που διαδηλώνει, διότι θα μπορούσε να ήταν το δικό του παιδί δολοφονημένο στα Εξάρχεια. Να μιλήσει στον μαθητή που κινητοποιείται διότι το σχολείο και η κοινωνία ακυρώνουν τα όνειρά του. Να απευθυνθεί στον πολίτη που διαμαρτύρεται γιατί το κράτος είναι εχθρικό απέναντί του.
Όποιος καταφέρει να διατυπώσει ξεκάθαρο πολιτικό λόγο σε αυτό το πλαίσιο, με λύσεις υλοποιήσιμες και χωρίς κορώνες και κραυγές διαμαρτυρίας, όπως φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις, θα κερδίσει αυτοδύναμα τις επόμενες εκλογές.
Δημοσίευση: Αξία, 20 Δεκεμβρίου 2008
Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008
Έχει ευθύνες και η γενιά των 50άρηδων
Στην Ελλάδα δεν συζητάμε όσο θα έπρεπε ή για την ακρίβεια δε συζητάμε αυτά που θα έπρεπε. Ξεκίνησαν διάφορες συζητήσεις τις τελευταίες μέρες με αφορμή τα όσα ντροπιαστικά συνέβησαν. Συζητήσεις που δεν άγγιξαν, όμως, την ουσία των προβλημάτων, αλλά αναλώθηκαν στην υποχρέωσή μας να ακούσουμε τη γενιά των 16άρηδων. Φοβάμαι πως για μια ακόμη φορά οι απόψεις θα κατατεθούν και μόλις το θέμα φύγει από την επικαιρότητα θα ξεχαστεί κι αυτή η γενιά και μαζί με όλες τις προηγούμενες θα συνεχίσει συνθλιμμένη να ψάχνει μόνη της «την άκρη».
Δεν διαφωνώ πως πρέπει να ακούσουμε τα παιδιά, αλλά πιστεύω ότι είναι καιρός πλέον να αντικρίσουμε το πρόβλημα κατάματα. Το πρόβλημα και η αιτία είναι μια άλλη γενιά. Η γενιά των σημερινών 50άρηδων. Μπορείτε να την αποκαλέσετε «γενιά του Πολυτεχνείου», «γενιά της αλλαγής» ή όπως αλλιώς επιθυμείτε. Αυτό που δεν μπορείτε όμως να μην της αποδώσετε είναι πως είναι η γενιά που διαφυλάττει καλύτερα από όλες τις άλλες τα κεκτημένα της.
Οι σημερινοί 50άρηδες, οι νέοι της εποχής που θα έλεγε κι ο Ζαμπέτας, βρίσκονται στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα σε θέσεις κλειδιά. Στον μεν ιδιωτικό είναι επιχειρηματίες που τις περισσότερες φορές μεγάλωσαν μια μικρή επιχείρηση και με σύμμαχο τους καλούς οικονομικά καιρούς εξασφάλισαν επίπεδο διαβίωσης, σημαντικά καλύτερο από εκείνο των γονιών τους.
Στον δημόσιο τομέα, με διαβατήριο κυρίως το απολυτήριο του 6ταξίου Γυμνασίου, έχουν αναρριχηθεί στις θέσεις των τμηματαρχών ή διευθυντών των υπηρεσιών τους και ασκούν εξουσία.
Η υποβόσκουσα κοινωνική σύγκρουση αυτή την ώρα δεν είναι μεταξύ της κοινωνίας και των 16άρηδων είναι μεταξύ των 50άρηδων και των 30άρηδων.
Των 30άρηδων που το 1991 ήταν αγωνιστές μαθητές και διατύπωναν αιτήματα. Που είναι πολύ πιο μορφωμένοι από τους μεγαλύτερους. Που με όραμα και προσπάθεια έχουν πάρει πτυχία, έχουν ανοίξει τον ορίζοντά τους και έχουν άποψη γιατί έχουν δει και «λίγο παραέξω». Εκείνων που σήμερα βρίσκονται στον ιδιωτικό τομέα και δουλεύουν 10 ώρες την ημέρα και τα Σαββατοκύριακα με προϊστάμενο κάποιον που διοικεί το προσωπικό με τρόπο ανάλογο εκείνου του παππού του όταν έβοσκε πρόβατα. Των 30άρηδων που στο δημόσιο τομέα έχουν μπει με διαγωνισμό του ΑΣΕΠ και αντικειμενικά κριτήρια και που καθημερινά συνθλίβονται από εκείνους που βλέπουν τις εργασιακές σχέσεις όπως στο Βυζάντιο. Καταπιέζοντας δηλαδή με κάθε τρόπο τον κατώτερο και κολακεύοντας με όποιο κόστος τον ανώτερο. Δε διεκδικώ το ρόλο του αυτόκλητου συνηγόρου της γενιάς μου. Ζητώ μόνο το αυτονόητο δικαίωμα στην δημιουργία διότι στις κοινωνίες η συνέχεια εξασφαλίζεται από όλες τις γενιές. Δεν ξέρω αν το συνταξιοδοτικό θα επιβαρυνθεί με την αποχώρηση των 50άρηδων. Εκείνο που μπορώ να διαβεβαιώσω είναι πως αν δεν αλλάξουν τακτική η κοινωνία θα συνεχίσει να επιβαρύνεται.
Δημοσίευση: Εφημερίδα ΝΙΚΗ – 16 Δεκεμβρίου 2008
Δεν διαφωνώ πως πρέπει να ακούσουμε τα παιδιά, αλλά πιστεύω ότι είναι καιρός πλέον να αντικρίσουμε το πρόβλημα κατάματα. Το πρόβλημα και η αιτία είναι μια άλλη γενιά. Η γενιά των σημερινών 50άρηδων. Μπορείτε να την αποκαλέσετε «γενιά του Πολυτεχνείου», «γενιά της αλλαγής» ή όπως αλλιώς επιθυμείτε. Αυτό που δεν μπορείτε όμως να μην της αποδώσετε είναι πως είναι η γενιά που διαφυλάττει καλύτερα από όλες τις άλλες τα κεκτημένα της.
Οι σημερινοί 50άρηδες, οι νέοι της εποχής που θα έλεγε κι ο Ζαμπέτας, βρίσκονται στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα σε θέσεις κλειδιά. Στον μεν ιδιωτικό είναι επιχειρηματίες που τις περισσότερες φορές μεγάλωσαν μια μικρή επιχείρηση και με σύμμαχο τους καλούς οικονομικά καιρούς εξασφάλισαν επίπεδο διαβίωσης, σημαντικά καλύτερο από εκείνο των γονιών τους.
Στον δημόσιο τομέα, με διαβατήριο κυρίως το απολυτήριο του 6ταξίου Γυμνασίου, έχουν αναρριχηθεί στις θέσεις των τμηματαρχών ή διευθυντών των υπηρεσιών τους και ασκούν εξουσία.
Η υποβόσκουσα κοινωνική σύγκρουση αυτή την ώρα δεν είναι μεταξύ της κοινωνίας και των 16άρηδων είναι μεταξύ των 50άρηδων και των 30άρηδων.
Των 30άρηδων που το 1991 ήταν αγωνιστές μαθητές και διατύπωναν αιτήματα. Που είναι πολύ πιο μορφωμένοι από τους μεγαλύτερους. Που με όραμα και προσπάθεια έχουν πάρει πτυχία, έχουν ανοίξει τον ορίζοντά τους και έχουν άποψη γιατί έχουν δει και «λίγο παραέξω». Εκείνων που σήμερα βρίσκονται στον ιδιωτικό τομέα και δουλεύουν 10 ώρες την ημέρα και τα Σαββατοκύριακα με προϊστάμενο κάποιον που διοικεί το προσωπικό με τρόπο ανάλογο εκείνου του παππού του όταν έβοσκε πρόβατα. Των 30άρηδων που στο δημόσιο τομέα έχουν μπει με διαγωνισμό του ΑΣΕΠ και αντικειμενικά κριτήρια και που καθημερινά συνθλίβονται από εκείνους που βλέπουν τις εργασιακές σχέσεις όπως στο Βυζάντιο. Καταπιέζοντας δηλαδή με κάθε τρόπο τον κατώτερο και κολακεύοντας με όποιο κόστος τον ανώτερο. Δε διεκδικώ το ρόλο του αυτόκλητου συνηγόρου της γενιάς μου. Ζητώ μόνο το αυτονόητο δικαίωμα στην δημιουργία διότι στις κοινωνίες η συνέχεια εξασφαλίζεται από όλες τις γενιές. Δεν ξέρω αν το συνταξιοδοτικό θα επιβαρυνθεί με την αποχώρηση των 50άρηδων. Εκείνο που μπορώ να διαβεβαιώσω είναι πως αν δεν αλλάξουν τακτική η κοινωνία θα συνεχίσει να επιβαρύνεται.
Δημοσίευση: Εφημερίδα ΝΙΚΗ – 16 Δεκεμβρίου 2008
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008
Καταλληλότερος Πρωθυπουργός
Δε συνηθίζω να σχολιάζω δημοσκοπήσεις ακριβώς γιατί πιστεύω πως αφορούν αποκλειστικά τα κομματικά επιτελεία, τους δημοσιογράφους και μια μικρή μερίδα πολιτών που είτε δραστηριοποιούνται επαγγελματικά σε κλάδους συγγενείς με την πολιτική ή έχουν εκ φύσεως την τάση να ασχολούνται και με άλλα πράγματα εκτός από την καθημερινότητά τους. Πιστεύω πως περισσότεροι από 5.000 πολίτες δε μπορεί να ασχολούνται με κάθε δημοσκόπηση. Λίγο παραπάνω δηλαδή από το 0,5% του εκλογικού σώματος. Οι δημοσκοπήσεις είναι χρήσιμες για τα κομματικά επιτελεία αλλά όχι και για τους πολίτες. Για τους πολίτες, χρήσιμες είναι οι τολμηρές πολιτικές που μπορούν να τους βγάλουν από τα αδιέξοδα.
Επειδή όμως συχνά – πυκνά με ρωτούν για την ερώτηση του «Καταλληλότερου Πρωθυπουργού» σκέφτηκα να γράψω μερικές σκέψεις.
Πρόκειται για ερώτηση που συνηθίζεται στη Γαλλία όπου οι ψηφοφόροι επιλέγουν πρόσωπο για την προεδρία της χώρας τους και όχι κόμμα.
Στην Ελλάδα συνηθίζεται να υποβάλλεται στους ερωτώμενους παρά τις σχετικές μεθοδολογικές της αδυναμίες.
Στην ερώτηση αυτή πάντα ο κάτοχος του αξιώματος ξεκινά με συγκριτικό πλεονέκτημα. Σπάνια κάποιος εν δυνάμει προηγείται σε αυτή την ερώτηση. Αυτό δε συμβαίνει επίσης και με δημάρχους και νομάρχες (όπου εκεί η ερώτηση υποβάλλεται ορθά αφού θεωρητικά οι πολίτες επιλέγουν πρόσωπο) και πολλές φορές ενώ ο νυν εκλεγμένος δήμαρχος είναι ο καταλληλότερος δήμαρχος συμβαίνει να χάνει τις εκλογές.
Σκεφτείτε την ερώτηση του καταλληλότερου στην καθημερινότητά μας. «Ποιος κατά τη γνώμη σας είναι καταλληλότερος για διαχειριστής της πολυκατοικίας σας; Για κηπουρός σας; Για σύζυγός σας;»
Νομίζω πως αντανακλαστικά θα απαντούσατε τον έχοντα την ιδιότητα ακόμη κι αν υπήρχε κάποιος πολύ καλύτερος για κάποιον από αυτούς τους ρόλους στη ζωή σας.
Επειδή όμως συχνά – πυκνά με ρωτούν για την ερώτηση του «Καταλληλότερου Πρωθυπουργού» σκέφτηκα να γράψω μερικές σκέψεις.
Πρόκειται για ερώτηση που συνηθίζεται στη Γαλλία όπου οι ψηφοφόροι επιλέγουν πρόσωπο για την προεδρία της χώρας τους και όχι κόμμα.
Στην Ελλάδα συνηθίζεται να υποβάλλεται στους ερωτώμενους παρά τις σχετικές μεθοδολογικές της αδυναμίες.
Στην ερώτηση αυτή πάντα ο κάτοχος του αξιώματος ξεκινά με συγκριτικό πλεονέκτημα. Σπάνια κάποιος εν δυνάμει προηγείται σε αυτή την ερώτηση. Αυτό δε συμβαίνει επίσης και με δημάρχους και νομάρχες (όπου εκεί η ερώτηση υποβάλλεται ορθά αφού θεωρητικά οι πολίτες επιλέγουν πρόσωπο) και πολλές φορές ενώ ο νυν εκλεγμένος δήμαρχος είναι ο καταλληλότερος δήμαρχος συμβαίνει να χάνει τις εκλογές.
Σκεφτείτε την ερώτηση του καταλληλότερου στην καθημερινότητά μας. «Ποιος κατά τη γνώμη σας είναι καταλληλότερος για διαχειριστής της πολυκατοικίας σας; Για κηπουρός σας; Για σύζυγός σας;»
Νομίζω πως αντανακλαστικά θα απαντούσατε τον έχοντα την ιδιότητα ακόμη κι αν υπήρχε κάποιος πολύ καλύτερος για κάποιον από αυτούς τους ρόλους στη ζωή σας.
Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008
Αμερικανικές εκλογές
Είναι δύσκολο να καταλάβεις ένα λαό, όπως τον Αμερικανικό, όταν έχεις πληθώρα πληροφοριών και σχηματισμένη γνώμη από μια σειρά γεγονότων που έχουν να κάνουν με την ηγεσία του λαού και όχι με τους πολίτες.
Oι προεδρικές εκλογές της 4ης Νοεμβρίου ήταν εκλογές μεγάλης πόλωσης καθώς και οι δύο πλευρές προσπάθησαν τα μέγιστα για τη νίκη. Όμως και οι δύο υποψήφιοι κινήθηκαν αναγνωρίζοντας την ανάγκη αλλαγής και επανόδου στις παραδοσιακές αξίες.
Οι πολίτες συμμετείχαν σε αυτές τις εκλογές γιατί τα προβλήματα ήταν πολλά και οι λύσεις χρειάζονταν άμεσα. Με προσωπικό κόστος, γιατί οι εκλογές γίνονται εργάσιμη μέρα, περίμεναν κατά μέσο όρο δύο ώρες για να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα.
Οι φετινές εκλογές βρήκαν τις ΗΠΑ σε μια από τις πιο άσχημες στιγμές της ιστορίας τους. Η διακυβέρνηση Μπους, εκτός του ότι δημιούργησε πολλές ανισότητες στο εσωτερικό και ενσάρκωσε την πιο επιθετική εκδοχή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, έχασε και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Οι εικόνες βιβλικής καταστροφής του τυφώνα Κατρίνα δημιούργησαν την αίσθηση πως ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορούσε να αντιδράσει και πως πλέον το κράτος ήταν σε αποδόμηση. Οι επιλογές Μπους, που είχαν ως αποτέλεσμα όχι μόνον την αύξηση της τιμής του πετρελαίου αλλά και την συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας έδωσαν την αίσθηση πως «τα πράγματα στη χώρα δεν πήγαιναν προς τη σωστή κατεύθυνση». Η απογοήτευση των πολιτών και το κοινό αίσθημα, όπως τουλάχιστον καταγράφηκε κι από τις δημοσκοπήσεις, ήταν πιο δυσαρεστημένο από την κυβέρνηση ακόμη κι από την περίοδο που η υπόθεση Watergate ήταν σε εξέλιξη.
Σε μια τέτοια πραγματικότητα ο κατά γενικό αφορισμό «αδιάφορος αμερικανός» δεν αδιαφόρησε. Κινητοποιήθηκε, γιατί θέλησε να πάρει την τύχη του στα χέρια του και στο πλαίσιο της δημοκρατίας έπραξε το καθήκον του για τη χώρα και τον εαυτό του.
Η εκλογή Ομπάμα έχει δημιουργήσει μια νέα δυναμική στην ψυχολογία αυτής της χώρας. Μετά την κατάρρευση των αγορών και την κατάθλιψη που αυτή προκάλεσε, η εκλογή την 4ης Νοεμβρίου αναγέννησε την ελπίδα, αποκατέστησε την εμπιστοσύνη στην πολιτική, έδωσε κίνητρο στους ψηφοφόρους να αισθανθούν πως μπορούν με τη συμμετοχή τους να αλλάξουν τη ζωή τους, αποδέσμευσε τον αυθορμητισμό τους και ενίσχυσε την εθελοντική τους δράση στην πολιτική.
Οι εκλογές αυτές ήταν βαθιά πολιτικές και λιγότερο επικοινωνιακές. Καλείται να κυβερνήσει εκείνος που αν και ξεκινά από το μηδέν, έχει αποδείξει πως έχει ικανότητες και όραμα.
Το σημαντικότερο στοιχείο όμως που ανέδειξαν οι πολίτες των ΗΠΑ ήταν πως στην πολιτική και τη ζωή δεν «είναι όλοι ίδιοι» και πάντα υπάρχει η επιλογή του καλύτερου που μπορεί να αλλάξει το μέλλον μας αντί παθητικά να υπομένουμε εκείνους που μας κάνουν να νιώθουμε ότι τα πράγματα δεν πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση.
Δημοσίευση: Εφημερίδα 'ΠΑΡΟΝ' - 9 Νοεμβρίου 2008
Oι προεδρικές εκλογές της 4ης Νοεμβρίου ήταν εκλογές μεγάλης πόλωσης καθώς και οι δύο πλευρές προσπάθησαν τα μέγιστα για τη νίκη. Όμως και οι δύο υποψήφιοι κινήθηκαν αναγνωρίζοντας την ανάγκη αλλαγής και επανόδου στις παραδοσιακές αξίες.
Οι πολίτες συμμετείχαν σε αυτές τις εκλογές γιατί τα προβλήματα ήταν πολλά και οι λύσεις χρειάζονταν άμεσα. Με προσωπικό κόστος, γιατί οι εκλογές γίνονται εργάσιμη μέρα, περίμεναν κατά μέσο όρο δύο ώρες για να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα.
Οι φετινές εκλογές βρήκαν τις ΗΠΑ σε μια από τις πιο άσχημες στιγμές της ιστορίας τους. Η διακυβέρνηση Μπους, εκτός του ότι δημιούργησε πολλές ανισότητες στο εσωτερικό και ενσάρκωσε την πιο επιθετική εκδοχή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, έχασε και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Οι εικόνες βιβλικής καταστροφής του τυφώνα Κατρίνα δημιούργησαν την αίσθηση πως ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορούσε να αντιδράσει και πως πλέον το κράτος ήταν σε αποδόμηση. Οι επιλογές Μπους, που είχαν ως αποτέλεσμα όχι μόνον την αύξηση της τιμής του πετρελαίου αλλά και την συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας έδωσαν την αίσθηση πως «τα πράγματα στη χώρα δεν πήγαιναν προς τη σωστή κατεύθυνση». Η απογοήτευση των πολιτών και το κοινό αίσθημα, όπως τουλάχιστον καταγράφηκε κι από τις δημοσκοπήσεις, ήταν πιο δυσαρεστημένο από την κυβέρνηση ακόμη κι από την περίοδο που η υπόθεση Watergate ήταν σε εξέλιξη.
Σε μια τέτοια πραγματικότητα ο κατά γενικό αφορισμό «αδιάφορος αμερικανός» δεν αδιαφόρησε. Κινητοποιήθηκε, γιατί θέλησε να πάρει την τύχη του στα χέρια του και στο πλαίσιο της δημοκρατίας έπραξε το καθήκον του για τη χώρα και τον εαυτό του.
Η εκλογή Ομπάμα έχει δημιουργήσει μια νέα δυναμική στην ψυχολογία αυτής της χώρας. Μετά την κατάρρευση των αγορών και την κατάθλιψη που αυτή προκάλεσε, η εκλογή την 4ης Νοεμβρίου αναγέννησε την ελπίδα, αποκατέστησε την εμπιστοσύνη στην πολιτική, έδωσε κίνητρο στους ψηφοφόρους να αισθανθούν πως μπορούν με τη συμμετοχή τους να αλλάξουν τη ζωή τους, αποδέσμευσε τον αυθορμητισμό τους και ενίσχυσε την εθελοντική τους δράση στην πολιτική.
Οι εκλογές αυτές ήταν βαθιά πολιτικές και λιγότερο επικοινωνιακές. Καλείται να κυβερνήσει εκείνος που αν και ξεκινά από το μηδέν, έχει αποδείξει πως έχει ικανότητες και όραμα.
Το σημαντικότερο στοιχείο όμως που ανέδειξαν οι πολίτες των ΗΠΑ ήταν πως στην πολιτική και τη ζωή δεν «είναι όλοι ίδιοι» και πάντα υπάρχει η επιλογή του καλύτερου που μπορεί να αλλάξει το μέλλον μας αντί παθητικά να υπομένουμε εκείνους που μας κάνουν να νιώθουμε ότι τα πράγματα δεν πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση.
Δημοσίευση: Εφημερίδα 'ΠΑΡΟΝ' - 9 Νοεμβρίου 2008
Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008
Gordon Brown
Πριν λίγο καιρό ο πρωθυπουργός του Ην. Βασιλείου, Gordon Brown, ήταν ο πολιτικός με τη χειρότερη δημοτικότητα και τη μεγαλύτερη εσωκομματική αμφισβήτηση στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Όλοι μιλούσαν για τελειωμένο πολιτικό με εξαιρετικά περιορισμένα περιθώρια ελιγμών. Τις τελευταίες ημέρες με τις πρωτοβουλίες του με κάνει να πιστεύω πως στην πολιτική όταν οι άνθρωποι είναι ικανοί όλα είναι δυνατά. Μένει να δούμε τι πιστεύουν για αυτό και οι Βρετανοί πολίτες. Θα αναμείνω με μεγάλη αγωνία τις δημοσκοπήσεις στο προσεχές διάστημα. Τουλάχιστον στην Ελλάδα δε θυμάμαι πολιτικό «να παίρνει την κάτω βόλτα» και να καταφέρνει να αναστρέψει με πρωτοβουλίες το κλίμα. Οψόμεθα!
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2008
Έλα, όλοι κάτω!
Την Κυριακή βρέθηκα στο γήπεδο όπου και παρακολούθησα αγώνα της αγαπημένης μου ομάδας για το πρωτάθλημα.
Πολύ συχνά φίλοι και γνωστοί με ρωτούν για πoιο λόγο πηγαίνω στο γήπεδο. Η εξήγηση είναι απλή, πέραν του ότι παρακολουθώ ένα άθλημα που πραγματικά μου αρέσει, για τις 2-3 ώρες που βρίσκομαι στο γήπεδο, κάνω αποτοξίνωση από τις σκέψεις. Έτσι και προχθές. Εκεί που βλέπαμε τον αγώνα, σε κάποιες στιγμές με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, οι περισσότεροι από την κερκίδα σηκωνόμασταν για να δούμε καλύτερα τη φάση. Σε αυτό το σημείο ακουγόταν περιοδικά μια φωνή που έλεγε: «Έλα, όλοι κάτω!». Το εντυπωσιακό είναι πως όλοι ακούγαμε το πρόσταγμα και χωρίς καμία αντίρρηση ή διαμαρτυρία καθόμασταν στις θέσεις μας.
Τον κύριο που αναφωνούσε το σύνθημα, αν τον δω στο δρόμο, δεν θα τον ανακαλέσω στη μνήμη μου, χωρίς αμφιβολία όμως θα τον αποκαλούσα «Ηγέτη της κερκίδας» καθώς με μια μόνο φράση επέβαλε συλλογικότητα!
Πολύ συχνά φίλοι και γνωστοί με ρωτούν για πoιο λόγο πηγαίνω στο γήπεδο. Η εξήγηση είναι απλή, πέραν του ότι παρακολουθώ ένα άθλημα που πραγματικά μου αρέσει, για τις 2-3 ώρες που βρίσκομαι στο γήπεδο, κάνω αποτοξίνωση από τις σκέψεις. Έτσι και προχθές. Εκεί που βλέπαμε τον αγώνα, σε κάποιες στιγμές με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, οι περισσότεροι από την κερκίδα σηκωνόμασταν για να δούμε καλύτερα τη φάση. Σε αυτό το σημείο ακουγόταν περιοδικά μια φωνή που έλεγε: «Έλα, όλοι κάτω!». Το εντυπωσιακό είναι πως όλοι ακούγαμε το πρόσταγμα και χωρίς καμία αντίρρηση ή διαμαρτυρία καθόμασταν στις θέσεις μας.
Τον κύριο που αναφωνούσε το σύνθημα, αν τον δω στο δρόμο, δεν θα τον ανακαλέσω στη μνήμη μου, χωρίς αμφιβολία όμως θα τον αποκαλούσα «Ηγέτη της κερκίδας» καθώς με μια μόνο φράση επέβαλε συλλογικότητα!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)