Οι εκλογές δεν είναι ένα αίτημα διαπραγματεύσιμο. Δεν είναι ένα αίτημα που εκφράζει κομματικές σκοπιμότητες και συμφέροντα. Η διεξαγωγή εκλογών άμεσα _ αύριο, αν είναι δυνατόν, _είναι ανάγκη. Ανάγκη που την επιβάλλει η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Οι Έλληνες μέρα με τη μέρα διαπιστώνουν πως η ζωή τους γίνεται δυσκολότερη. Η ακρίβεια και οι ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά είναι μέρος της καθημερινής τους ατζέντας. Η έλλειψη προληπτικών μέτρων, αλλά και ουσιαστικών λύσεων για την οικονομική κρίση, οδηγεί χιλιάδες εργαζόμενους στην ανεργία, χιλιάδες ανθρώπους στην απόγνωση.
Τα χρεωμένα νοικοκυριά χάνουν τις περιουσίες τους και διαπιστώνουν πως η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας που τους υποσχέθηκε πριν πέντε χρόνια ένα καλύτερο αύριο, σήμερα τους στερεί ακόμη και το δικαίωμα στην ελπίδα για μια αξιοπρεπή διαβίωση, ασφαλή από τα νύχια των τοκογλύφων και των υπερβολικών χρεώσεων των τραπεζών.
Το όνειρο του κάθε Έλληνα για ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του αποδείχτηκε απατηλό. Εξαπατήθηκε κατ’ επανάληψη, καθώς όχι μόνο κλήθηκε να πληρώσει επιπλέον φόρους ακίνητης περιουσίας, αλλά βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μια γραφειοκρατική δίνη όσον αφορά τους ημιυπαίθριους, που έχει ως στόχο αποκλειστικά και μόνο το γέμισμα των άδειων ταμείων.
Πλέον πρόσφατη απόδειξη της κυβερνητικής ανικανότητας, της έλλειψης προγραμματισμού και συντονισμού είναι η υπόθεση με τον ιό της γρίπης. Ουδεμία πρωτοβουλία επίσημης ενημέρωσης και αποφάσεις που αλλάζουν μέρα με τη μέρα. Αποτέλεσμα; Ο Έλληνας δεν ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει και έτσι δεν γίνεται ευάλωτος μόνο στον ιό, αλλά και σε όσους επιδιώκουν την αισχροκέρδεια, ενώ κινδυνεύει να πέσει θύμα παραπληροφόρησης θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία τόσο την δική του, όσο και των γύρω του.
Πριν από πέντε χρόνια ο Έλληνας πολίτης πίστευε πως κάτι αλλάζει προς το καλύτερο. Πίστεψε ότι το «σεμνά και ταπεινά» θα γινόταν κανόνας. Όλα όμως αποδείχθηκαν φρούδες ελπίδες. Κανόνας αποδείχτηκαν τα σκάνδαλα, το βόλεμα των ημετέρων, η βροχή των αποκαλύψεων για συναλλαγές που ξεπερνούσαν τα όρια και της πιο διεστραμμένης φαντασίας. Υποκλοπές, καρτέλ, κουμπάροι, υπόθεση Ζαχόπουλου, Βατοπέδι, υπόθεση Siemens… Και αν συνεχίσει να κρατά τα ηνία της χώρας η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κώστα Καραμανλή δεν ξέρουμε τελικά πόσο μακρύς μπορεί να αποδειχθεί ο κατάλογος της ντροπής.
Και τον αποκαλώ κατάλογο της ντροπής και όχι απλώς των σκανδάλων, διότι δεν είναι απαράδεκτα μόνο τα όσα αποκαλύφθηκαν για την παράνομη δράση πρωτοκλασάτων στελεχών της κυβέρνησης. Το μεγαλύτερο ολίσθημα είναι πως έγινε και γίνεται συντονισμένη προσπάθεια συγκάλυψης όλων αυτών των σκανδάλων.
Στο επίκεντρο αυτής της κατάστασης, που έχει κουράσει τον Έλληνα πολίτη, καθώς βρίσκεται μόνος και αβοήθητος μπροστά σε καθημερινά μικρά και μεγάλα προβλήματα, βρίσκεται ο πρωθυπουργός, ο Κώστας Καραμανλής που όπως όλοι παραδέχονται εδώ και καιρό είναι κουρασμένος. Αντί όμως να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στη χώρα και σε όσους του έδωσαν την ψήφο τους με την ελπίδα να πάει την Ελλάδα μπροστά, και κατά συνέπεια να αφήσει το τιμόνι της χώρας σε όσους μπορούν έχουν όραμα, πρόγραμμα και όρεξη για δουλειά, εκείνος επιλέγει να κρατήσει την καρέκλα. Και τελικώς αντί να παραδώσει μαθήματα πολιτικής υπευθυνότητας, προτιμά να φθείρεται διαρκώς και να παρασέρνει προς τον όλεθρο μαζί του μια ολόκληρη χώρα.
Και μόνο η κατάσταση που εξέθεσα ως εδώ - την οποία και βιώνουμε όλοι - είναι αρκετή για να αποδείξει για ποιους λόγους το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδρέου ζητούν επίμονα εκλογές. Δεν τίθεται πλέον θέμα χρόνου. Κάθε μέρα που περνά αποδεικνύεται κρίσιμη για τον τόπο και για τους Έλληνες. Η χώρα πρέπει επιτέλους να βγει από το τέλμα. Το ΠΑΣΟΚ διαθέτει στελέχη δοκιμασμένα στην κρατική μηχανή, αλλά και νέους ανθρώπους με όρεξη για δουλειά. Πάνω από όλα όμως διαθέτει σαφές πρόγραμμα και συγκεκριμένες λύσεις για όλα όσα ταλανίζουν τον Έλληνα πολίτη. Το ΠΑΣΟΚ έχει αποδείξει ότι μπορεί να οδηγήσει την χώρα μπροστά, όπως άλλωστε έκανε όταν πέτυχε την ένταξη στην ΟΝΕ και όταν προετοίμασε άψογα τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.
Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι απλώς παρόν. Ο Γιώργος Παπανδρέου είναι έτοιμος να ηγηθεί στις εξελίξεις, να δημιουργήσει νέα δεδομένα και να προσφέρει στον Έλληνα όσα έχει στερηθεί την τελευταία πενταετία: ασφάλεια, αξιοπρέπεια, συνέπεια, πρόοδο.
Εφημερίδα ΣΦΗΝΑ - 13 Αυγούστου 2009
Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009
Σάββατο 28 Μαρτίου 2009
Ερωτήματα για τις εκλογές και απαντήσεις
Πότε θα γίνουν εκλογές; Ποιος και γιατί θα τις κερδίσει; Γιατί δε θα γίνουν διπλές εκλογές;
Είναι τα ερωτήματα που επιχειρούν να απαντήσουν δημοσκόποι, δημοσιογράφοι και πολιτικοί αναλυτές και τα οποία δεν απασχολούν καθόλου τους πολίτες.
Επιχειρώντας με λίγα λόγια να περιγράψω την εικόνα του εκλογικού σώματος, όπως αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, θα έλεγα πως το εκλογικό σώμα σήμερα βρίσκεται σε σύγχυση σε ένα κόσμο που δυστυχώς δεν αλλάζει.
Βασικός ευνοημένος σήμερα είναι το ΠΑΣΟΚ. Σε αντίθεση με τη Ν.Δ. του 2004, το ΠΑΣΟΚ δεν αλλάζει τον λόγο του για να πλησιάσει τους ψηφοφόρους, αλλά με συνέπεια διατυπώνει τις βασικές αρχές που και στο παρελθόν διατύπωνε, με τη μόνη διαφορά πως όσα λέει είναι θέματα που ικανοποιούν πια το κοινό αίσθημα.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως το ΠΑΣΟΚ είναι πιο πιθανό να κερδίσει τις επόμενες εκλογές καθώς η Ν.Δ. και ο πρωθυπουργός προσωπικά εξάντλησαν τον κυβερνητικό τους βίο.
Προς την κατεύθυνση αυτή συντείνει το γεγονός πως τα προβλήματα που οι πολίτες αντιμετωπίζουν είναι πιο πολύπλοκα από το παρελθόν και οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Ο μέσος Έλληνας σήμερα δουλεύει πολλές ώρες, σε δύσκολες συνθήκες και σε καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας.
Ο πολίτης κουράζεται και δεν έχει χρόνο για πολλά και μεγάλα λόγια. Απαιτεί κυβέρνηση που θα δουλεύει όσο εκείνος ή και περισσότερο και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να δώσει «λευκή επιταγή». Ζητά, λοιπόν, συγκεκριμένο σχέδιο με χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Οι Έλληνες ψηφοφόροι τον τελευταίο χρόνο έχουν μετακινηθεί ιδεολογικά πιο αριστερά και πλέον ο μεγάλος τους όγκος βρίσκεται πιο κοντά στην Κεντροαριστερά και την Αριστερά, παρά το γεγονός ότι σε περιόδους κρίσης φέρονται να αναπτύσσουν συντηρητικά αντανακλαστικά.
Αυτή η μετακίνηση δεν ήλθε τυχαία. Επιλέγουν τις πιο σαφείς προτάσεις και τις δοκιμασμένες λύσεις. Οι Έλληνες μετακινήθηκαν, δηλαδή, σε προσεγγίσεις που φαντάζουν πιο σίγουρες. Πρόκληση για το ΠΑΣΟΚ είναι να διατηρήσει το προβάδισμά και να αποδείξει πως έχει σχέδιο για τον τόπο, σαφές και υλοποιήσιμο. Με την προηγούμενη κυβερνητική του εμπειρία μπορεί να προβάλει ως ώριμη επιλογή που έχει τη δυνατότητα να σηκώσει τα μανίκια και να παραγάγει έργο από την ώρα που θα αναλάβει, τονίζοντας βεβαίως το πλεονέκτημα του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, που είναι η διεθνής του ακτινοβολία. Στη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί ο Γ. Παπανδρέου είναι ο μόνος που μπορεί να βγει στο εξωτερικό για να εγγυηθεί και να προβάλει προσωπικά την εικόνα μιας χώρας που κυβερνάται και μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της (δανειακές και άλλες).
Διπλές εκλογές δεν πρόκειται να γίνουν. Ο μέχρι χθες θυμωμένος, ενοχλημένος, θιγμένος και πολλά υποσχόμενος πρωθυπουργός, σήμερα κουρασμένος και άβουλος αντάμα, θα συνεχίσει να διαχειρίζεται την υπάρχουσα κατάσταση προσδοκώντας στο δικό του θαύμα. Ελπίζει πως μια μικρή εκλογική διαφορά από το ΠΑΣΟΚ στις ευρωεκλογές θα μηδενίσει το κοντέρ και από τον Ιούνιο θα δικαιούται να λέει πως «πήραμε το μήνυμα και συνεχίζουμε». Άλλωστε δε μπορώ να διανοηθώ πως, ακόμη και αν έχει πειστεί ότι θα είναι πρώτος στις εκλογές, δεν έχει υπολογίσει πως οι ψήφοι που θα χάσει θα είναι τόσες ώστε να του στερήσουν την αυτοδυναμία. Στον πόλεμο κανείς δεν πάει για να πεθάνει και ο κ. Καραμανλής το ξέρει, όπως επίσης γνωρίζει πως όποιος σέρνει τη χώρα σε εκλογές οδηγείται από τους πολίτες στα έδρανα της αντιπολίτευσης.
Δημοσίευση: Εφημερίδα ΑΞΙΑ - 28 Μαρτίου 2009
Είναι τα ερωτήματα που επιχειρούν να απαντήσουν δημοσκόποι, δημοσιογράφοι και πολιτικοί αναλυτές και τα οποία δεν απασχολούν καθόλου τους πολίτες.
Επιχειρώντας με λίγα λόγια να περιγράψω την εικόνα του εκλογικού σώματος, όπως αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, θα έλεγα πως το εκλογικό σώμα σήμερα βρίσκεται σε σύγχυση σε ένα κόσμο που δυστυχώς δεν αλλάζει.
Βασικός ευνοημένος σήμερα είναι το ΠΑΣΟΚ. Σε αντίθεση με τη Ν.Δ. του 2004, το ΠΑΣΟΚ δεν αλλάζει τον λόγο του για να πλησιάσει τους ψηφοφόρους, αλλά με συνέπεια διατυπώνει τις βασικές αρχές που και στο παρελθόν διατύπωνε, με τη μόνη διαφορά πως όσα λέει είναι θέματα που ικανοποιούν πια το κοινό αίσθημα.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως το ΠΑΣΟΚ είναι πιο πιθανό να κερδίσει τις επόμενες εκλογές καθώς η Ν.Δ. και ο πρωθυπουργός προσωπικά εξάντλησαν τον κυβερνητικό τους βίο.
Προς την κατεύθυνση αυτή συντείνει το γεγονός πως τα προβλήματα που οι πολίτες αντιμετωπίζουν είναι πιο πολύπλοκα από το παρελθόν και οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Ο μέσος Έλληνας σήμερα δουλεύει πολλές ώρες, σε δύσκολες συνθήκες και σε καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας.
Ο πολίτης κουράζεται και δεν έχει χρόνο για πολλά και μεγάλα λόγια. Απαιτεί κυβέρνηση που θα δουλεύει όσο εκείνος ή και περισσότερο και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να δώσει «λευκή επιταγή». Ζητά, λοιπόν, συγκεκριμένο σχέδιο με χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Οι Έλληνες ψηφοφόροι τον τελευταίο χρόνο έχουν μετακινηθεί ιδεολογικά πιο αριστερά και πλέον ο μεγάλος τους όγκος βρίσκεται πιο κοντά στην Κεντροαριστερά και την Αριστερά, παρά το γεγονός ότι σε περιόδους κρίσης φέρονται να αναπτύσσουν συντηρητικά αντανακλαστικά.
Αυτή η μετακίνηση δεν ήλθε τυχαία. Επιλέγουν τις πιο σαφείς προτάσεις και τις δοκιμασμένες λύσεις. Οι Έλληνες μετακινήθηκαν, δηλαδή, σε προσεγγίσεις που φαντάζουν πιο σίγουρες. Πρόκληση για το ΠΑΣΟΚ είναι να διατηρήσει το προβάδισμά και να αποδείξει πως έχει σχέδιο για τον τόπο, σαφές και υλοποιήσιμο. Με την προηγούμενη κυβερνητική του εμπειρία μπορεί να προβάλει ως ώριμη επιλογή που έχει τη δυνατότητα να σηκώσει τα μανίκια και να παραγάγει έργο από την ώρα που θα αναλάβει, τονίζοντας βεβαίως το πλεονέκτημα του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, που είναι η διεθνής του ακτινοβολία. Στη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί ο Γ. Παπανδρέου είναι ο μόνος που μπορεί να βγει στο εξωτερικό για να εγγυηθεί και να προβάλει προσωπικά την εικόνα μιας χώρας που κυβερνάται και μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της (δανειακές και άλλες).
Διπλές εκλογές δεν πρόκειται να γίνουν. Ο μέχρι χθες θυμωμένος, ενοχλημένος, θιγμένος και πολλά υποσχόμενος πρωθυπουργός, σήμερα κουρασμένος και άβουλος αντάμα, θα συνεχίσει να διαχειρίζεται την υπάρχουσα κατάσταση προσδοκώντας στο δικό του θαύμα. Ελπίζει πως μια μικρή εκλογική διαφορά από το ΠΑΣΟΚ στις ευρωεκλογές θα μηδενίσει το κοντέρ και από τον Ιούνιο θα δικαιούται να λέει πως «πήραμε το μήνυμα και συνεχίζουμε». Άλλωστε δε μπορώ να διανοηθώ πως, ακόμη και αν έχει πειστεί ότι θα είναι πρώτος στις εκλογές, δεν έχει υπολογίσει πως οι ψήφοι που θα χάσει θα είναι τόσες ώστε να του στερήσουν την αυτοδυναμία. Στον πόλεμο κανείς δεν πάει για να πεθάνει και ο κ. Καραμανλής το ξέρει, όπως επίσης γνωρίζει πως όποιος σέρνει τη χώρα σε εκλογές οδηγείται από τους πολίτες στα έδρανα της αντιπολίτευσης.
Δημοσίευση: Εφημερίδα ΑΞΙΑ - 28 Μαρτίου 2009
Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009
Χρειάζεται ανατροπή
Υπάρχει άραγε σήμερα Έλληνας που θα καθόταν στο λεωφορείο πλάι σε ένα εγκαταλελειμμένο κουτί; Νομίζω πως όχι.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια αισθανόμουν ότι ζούσα στην ασφαλέστερη χώρα του κόσμου. Άλλωστε αυτό ήταν ένα κίνητρο για πολλούς από εμάς που επιλέξαμε να ζήσουμε στην Ελλάδα. Η εικόνα που είχαμε ήταν πως σε αυτή τη χώρα εκτός από το να απολαύσεις το άπλετο φως μπορείς να δουλέψεις και να ζήσεις σαν άνθρωπος, πάνω από όλα σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Δυστυχώς αυτή η εικόνα πλέον μοιάζει μαγική.
Ιδιαιτέρως δε, τα τελευταία πέντε χρόνια νιώθω πως ζω στην Ελλάδα της παραίτησης. Στη χώρα όπου η οικονομία καταρρέει. Στον τόπο όπου η διαφθορά σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, όπου οι εργαζόμενοι δουλεύουν σε αποικιοκρατικού χαρακτήρα συνθήκες και το κοινωνικό κράτος παραπέμπει σε χώρα άλλης ηπείρου. Συνάμα, στη χώρα η τρομοκρατία επανέρχεται με αποκρουστικότερο πρόσωπο και η ανασφάλεια που νιώθουμε δύσκολα μπορεί να ανατραπεί πλέον.
Για πολλά χρόνια, παρά τους διεθνείς κραδασμούς, είχαμε αντιστάσεις. Πολλές δυσχερείς καταστάσεις είχαν αποφευχθεί χάρη στην ελληνική ιδιαιτερότητα. Η χώρα ήταν θωρακισμένη απέναντι στην παγκοσμιοποίηση καθώς είχαμε αποδεχθεί, ξεχωρίσει και επενδύσει στα εθνικά χαρακτηριστικά μας. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ανέδειξαν τον Έλληνα σε συνειδητό πολίτη, που βάζει στόχους και τους πετυχαίνει, όσο μεγάλοι κι αν είναι (π.χ. Ολυμπιακοί Αγώνες). Έκαναν τον Έλληνα ευρωπαίο πολίτη, χωρίς να τον αλλάξουν.
Σήμερα, η διάλυση των πάντων είναι προφανής. Αυτή δεν είναι η χώρα που μας αξίζει. Δεν είναι η χώρα των ευφυών πολιτών, των μορφωμένων νέων, των φιλότιμων, φιλόξενων και υπερήφανων ανθρώπων. Αυτή είναι η Ελλάδα της ΝΔ. Η Ελλάδα του φόβου και των χαμηλών προσδοκιών.
Χρειάζεται άμεσα ανατροπή. Χρειάζεται αλλαγή σελίδας. Για να ξαναμπεί η χώρα σε ανοδική τροχιά. Για να θέσουμε νέους στόχους. Να δουλέψουμε για ένα μέλλον που δεν θα μας υποτιμά αλλά θα μας αναδεικνύει. Για μια χώρα που θα παράγει ποιοτικές υπηρεσίες, στην οποία οι πολίτες δεν θα γυρίζουν στο σπίτι τους κάθε βράδυ σκυθρωποί και απογοητευμένοι. Θέλουμε πίσω την υπερήφανη Ελλάδα. Εκείνη που πριν πέντε χρόνια σας παραδώσαμε. Σε τελική ανάλυση θέλουμε πίσω την Ελλάδα όπου θα μπορούμε να ξαναδούμε κάποιον να κατεβαίνει με τις πιζάμες τα μεσάνυχτα για να πάρει τσιγάρα από το περίπτερο χωρίς να νιώθει ανασφάλεια ή κίνδυνο.
Δημοσίευση: Εφημερίδα ΝΙΚΗ – 25 Φεβρουαρίου 2009
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια αισθανόμουν ότι ζούσα στην ασφαλέστερη χώρα του κόσμου. Άλλωστε αυτό ήταν ένα κίνητρο για πολλούς από εμάς που επιλέξαμε να ζήσουμε στην Ελλάδα. Η εικόνα που είχαμε ήταν πως σε αυτή τη χώρα εκτός από το να απολαύσεις το άπλετο φως μπορείς να δουλέψεις και να ζήσεις σαν άνθρωπος, πάνω από όλα σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Δυστυχώς αυτή η εικόνα πλέον μοιάζει μαγική.
Ιδιαιτέρως δε, τα τελευταία πέντε χρόνια νιώθω πως ζω στην Ελλάδα της παραίτησης. Στη χώρα όπου η οικονομία καταρρέει. Στον τόπο όπου η διαφθορά σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, όπου οι εργαζόμενοι δουλεύουν σε αποικιοκρατικού χαρακτήρα συνθήκες και το κοινωνικό κράτος παραπέμπει σε χώρα άλλης ηπείρου. Συνάμα, στη χώρα η τρομοκρατία επανέρχεται με αποκρουστικότερο πρόσωπο και η ανασφάλεια που νιώθουμε δύσκολα μπορεί να ανατραπεί πλέον.
Για πολλά χρόνια, παρά τους διεθνείς κραδασμούς, είχαμε αντιστάσεις. Πολλές δυσχερείς καταστάσεις είχαν αποφευχθεί χάρη στην ελληνική ιδιαιτερότητα. Η χώρα ήταν θωρακισμένη απέναντι στην παγκοσμιοποίηση καθώς είχαμε αποδεχθεί, ξεχωρίσει και επενδύσει στα εθνικά χαρακτηριστικά μας. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ανέδειξαν τον Έλληνα σε συνειδητό πολίτη, που βάζει στόχους και τους πετυχαίνει, όσο μεγάλοι κι αν είναι (π.χ. Ολυμπιακοί Αγώνες). Έκαναν τον Έλληνα ευρωπαίο πολίτη, χωρίς να τον αλλάξουν.
Σήμερα, η διάλυση των πάντων είναι προφανής. Αυτή δεν είναι η χώρα που μας αξίζει. Δεν είναι η χώρα των ευφυών πολιτών, των μορφωμένων νέων, των φιλότιμων, φιλόξενων και υπερήφανων ανθρώπων. Αυτή είναι η Ελλάδα της ΝΔ. Η Ελλάδα του φόβου και των χαμηλών προσδοκιών.
Χρειάζεται άμεσα ανατροπή. Χρειάζεται αλλαγή σελίδας. Για να ξαναμπεί η χώρα σε ανοδική τροχιά. Για να θέσουμε νέους στόχους. Να δουλέψουμε για ένα μέλλον που δεν θα μας υποτιμά αλλά θα μας αναδεικνύει. Για μια χώρα που θα παράγει ποιοτικές υπηρεσίες, στην οποία οι πολίτες δεν θα γυρίζουν στο σπίτι τους κάθε βράδυ σκυθρωποί και απογοητευμένοι. Θέλουμε πίσω την υπερήφανη Ελλάδα. Εκείνη που πριν πέντε χρόνια σας παραδώσαμε. Σε τελική ανάλυση θέλουμε πίσω την Ελλάδα όπου θα μπορούμε να ξαναδούμε κάποιον να κατεβαίνει με τις πιζάμες τα μεσάνυχτα για να πάρει τσιγάρα από το περίπτερο χωρίς να νιώθει ανασφάλεια ή κίνδυνο.
Δημοσίευση: Εφημερίδα ΝΙΚΗ – 25 Φεβρουαρίου 2009
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009
Δημόσια διοίκηση στην υπηρεσία του πολίτη
Η συζήτηση γύρω από τον επικείμενο ανασχηματισμό έχει πραγματικά πολύ ενδιαφέρον. Τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται εκτενώς για να γεμίσουν σελίδες ή τηλεοπτικό χρόνο, καθώς σε περίοδο εορτών η ειδησεογραφία είναι περιορισμένη. Οι βουλευτές της ΝΔ επιδίδονται στη διάδοση φημών για άμεση υπουργοποίησή τους, ενώ οι ψηφοφόροι τους τρέφουν φρούδες ελπίδες ανάκαμψης και αναμένουν ότι ο «πανίσχυρος» πρωθυπουργός με αριστοτεχνικές κινήσεις θα αναστρέψει το κλίμα.
Σε αυτό το σκηνικό οι υπόλοιποι συνεχίζουμε κανονικά τη ζωή μας έχοντας κατά νου ότι, δεν μας αξίζει η χώρα που ζούμε και μας εξασφαλίζει η ΝΔ, αλλά τι να κάνουμε που έχουμε περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης.
Προσωπικά οι αναφορές στον ανασχηματισμό με έχουν οδηγήσει σε μια σειρά σκέψεων κυρίως για την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης σε περιόδους αναμονής αλλαγής ηγεσίας, αλλά και για το αν και κατά πόσο η δημόσια διοίκηση αποδίδει και λειτουργεί όπως θα έπρεπε.
Όσοι έχουν έστω και μικρή εμπειρία από τη λειτουργία ενός υπουργείου γνωρίζουν πως η εκάστοτε ηγεσία έχει δύο επιλογές. Η μία είναι να δουλέψει με τον υπάρχοντα ιστό υπαλλήλων και στελεχών. Η άλλη είναι να δημιουργήσει ένα παράλληλο σύστημα, τις πιο πολλές φορές αποτελούμενο από συμβούλους με εξαιρετικά βιογραφικά και επαγγελματική εμπειρία αλλά με άγνοια δημόσιας διοίκησης.
Συνήθως οι υπουργοί επιλέγουν το δεύτερο μοντέλο, καθώς είναι πιο εύκολο να δουλεύεις όπως έχεις συνηθίσει, από το να αξιοποιείς το ήδη υπάρχον δυναμικό. Έτσι, δημιουργείται ένα κλίμα που παραπέμπει σε υπουργείο και υπαλλήλους δύο ταχυτήτων. Έως ότου έλθουν τα δύσκολα. Όσο η λαϊκή εντολή είναι νωπή και η κυβέρνηση ισχυρή, οι «εξωσχολικοί» δίνουν και παίρνουν και επαίρονται πως διοικούν το κράτος. Όταν, όμως, τα πράγματα αλλάξουν και οι συγκυρίες δυσκολέψουν, τότε τα υπουργεία λειτουργούν με αυτόματο πιλότο. Οι συνεργάτες αραιώνουν τις επισκέψεις στα γραφεία τους, οι μόνιμοι υπάλληλοι γίνονται πλέον από χρήσιμοι έως πολύτιμοι και οι περισσότεροι εκ της ηγεσίας οχυρώνονται πίσω από τις αποφάσεις της διοίκησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα και η πρόσφατη περίπτωση του Βατοπαιδίου. Υπουργοί και αξιωματούχοι των υπουργείων στις δύσκολες ώρες επικαλέστηκαν τις γνωμοδοτήσεις των υπηρεσιών του δημοσίου προκειμένου να αποποιηθούν ευθύνες και να δικαιολογήσουν τις αποφάσεις τους.
Κι εδώ αναρωτιέται κάποιος, έχουμε ξεκαθαρίσει ποια δημόσια διοίκηση θέλουμε; Θέλουμε ένα σύστημα που να λειτουργεί και να μην επηρεάζεται από την μετακίνηση ενός υπουργού ή ακόμη και από την αλλαγή κυβέρνησης. Ένα σύστημα όπου οι υπάλληλοι θα επιλέγονται με αντικειμενικά κριτήρια (π.χ. διαγωνισμούς ΑΣΕΠ); Ή επιλέγουμε μια χώρα έρμαιο των επιλογών της ηγεσίας, όπου η λειτουργία του κράτους θα εναπόκειται στα παράλληλα μετακλητά συστήματα που αναπτύσσονται από τους υπουργούς και η τύχη και η αποτελεσματικότητά τους θα εξαρτώνται από την παρουσία τους;
Προσωπικά απαντώ πως χρειαζόμαστε δημόσια διοίκηση με άξιους ανθρώπους, των οποίων η απόδοση δεν θα εξαρτάται από τις διαθέσεις του εκάστοτε υπουργού. Όπου οι άνθρωποι θα νιώθουν χρήσιμοι στην υπηρεσία τους και θα μπορούν να υπερηφανεύονται πως προσφέρουν στον τόπο. Μια διοίκηση όπου δεν θα καλλιεργεί τη νοοτροπία που θα περιγράψω αμέσως παρακάτω από προσωπική εμπειρία: όταν ρώτησα έναν υπάλληλο υπουργείου για ποιο λόγο δεν έχει εφαρμοστεί απόφαση υπουργού, που ομολογουμένως τον υποχρέωνε να δουλέψει περισσότερο, μου απάντησε: «Ξέρεις πόσους υπουργούς έχω αλλάξει εγώ;».
Δημοσίευση - ΝΙΚΗ 6/1/2009
Σε αυτό το σκηνικό οι υπόλοιποι συνεχίζουμε κανονικά τη ζωή μας έχοντας κατά νου ότι, δεν μας αξίζει η χώρα που ζούμε και μας εξασφαλίζει η ΝΔ, αλλά τι να κάνουμε που έχουμε περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης.
Προσωπικά οι αναφορές στον ανασχηματισμό με έχουν οδηγήσει σε μια σειρά σκέψεων κυρίως για την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης σε περιόδους αναμονής αλλαγής ηγεσίας, αλλά και για το αν και κατά πόσο η δημόσια διοίκηση αποδίδει και λειτουργεί όπως θα έπρεπε.
Όσοι έχουν έστω και μικρή εμπειρία από τη λειτουργία ενός υπουργείου γνωρίζουν πως η εκάστοτε ηγεσία έχει δύο επιλογές. Η μία είναι να δουλέψει με τον υπάρχοντα ιστό υπαλλήλων και στελεχών. Η άλλη είναι να δημιουργήσει ένα παράλληλο σύστημα, τις πιο πολλές φορές αποτελούμενο από συμβούλους με εξαιρετικά βιογραφικά και επαγγελματική εμπειρία αλλά με άγνοια δημόσιας διοίκησης.
Συνήθως οι υπουργοί επιλέγουν το δεύτερο μοντέλο, καθώς είναι πιο εύκολο να δουλεύεις όπως έχεις συνηθίσει, από το να αξιοποιείς το ήδη υπάρχον δυναμικό. Έτσι, δημιουργείται ένα κλίμα που παραπέμπει σε υπουργείο και υπαλλήλους δύο ταχυτήτων. Έως ότου έλθουν τα δύσκολα. Όσο η λαϊκή εντολή είναι νωπή και η κυβέρνηση ισχυρή, οι «εξωσχολικοί» δίνουν και παίρνουν και επαίρονται πως διοικούν το κράτος. Όταν, όμως, τα πράγματα αλλάξουν και οι συγκυρίες δυσκολέψουν, τότε τα υπουργεία λειτουργούν με αυτόματο πιλότο. Οι συνεργάτες αραιώνουν τις επισκέψεις στα γραφεία τους, οι μόνιμοι υπάλληλοι γίνονται πλέον από χρήσιμοι έως πολύτιμοι και οι περισσότεροι εκ της ηγεσίας οχυρώνονται πίσω από τις αποφάσεις της διοίκησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα και η πρόσφατη περίπτωση του Βατοπαιδίου. Υπουργοί και αξιωματούχοι των υπουργείων στις δύσκολες ώρες επικαλέστηκαν τις γνωμοδοτήσεις των υπηρεσιών του δημοσίου προκειμένου να αποποιηθούν ευθύνες και να δικαιολογήσουν τις αποφάσεις τους.
Κι εδώ αναρωτιέται κάποιος, έχουμε ξεκαθαρίσει ποια δημόσια διοίκηση θέλουμε; Θέλουμε ένα σύστημα που να λειτουργεί και να μην επηρεάζεται από την μετακίνηση ενός υπουργού ή ακόμη και από την αλλαγή κυβέρνησης. Ένα σύστημα όπου οι υπάλληλοι θα επιλέγονται με αντικειμενικά κριτήρια (π.χ. διαγωνισμούς ΑΣΕΠ); Ή επιλέγουμε μια χώρα έρμαιο των επιλογών της ηγεσίας, όπου η λειτουργία του κράτους θα εναπόκειται στα παράλληλα μετακλητά συστήματα που αναπτύσσονται από τους υπουργούς και η τύχη και η αποτελεσματικότητά τους θα εξαρτώνται από την παρουσία τους;
Προσωπικά απαντώ πως χρειαζόμαστε δημόσια διοίκηση με άξιους ανθρώπους, των οποίων η απόδοση δεν θα εξαρτάται από τις διαθέσεις του εκάστοτε υπουργού. Όπου οι άνθρωποι θα νιώθουν χρήσιμοι στην υπηρεσία τους και θα μπορούν να υπερηφανεύονται πως προσφέρουν στον τόπο. Μια διοίκηση όπου δεν θα καλλιεργεί τη νοοτροπία που θα περιγράψω αμέσως παρακάτω από προσωπική εμπειρία: όταν ρώτησα έναν υπάλληλο υπουργείου για ποιο λόγο δεν έχει εφαρμοστεί απόφαση υπουργού, που ομολογουμένως τον υποχρέωνε να δουλέψει περισσότερο, μου απάντησε: «Ξέρεις πόσους υπουργούς έχω αλλάξει εγώ;».
Δημοσίευση - ΝΙΚΗ 6/1/2009
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008
Θεμέλια για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο
Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι πολιτική. Καταγράφουν ό,τι όλοι αντιλαμβανόμαστε αλλά οι πολιτικοί τις περισσότερες φορές αδυνατούν να αντιληφθούν.
Το 2004 κατέγραφαν τους Έλληνες ως πολίτες μιας χώρας που πρόσμεναν τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και είχαν βρει μια θέση στην παγκόσμια κοινότητα. Ήταν το αποτέλεσμα της σταθερότητας (πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής) που είχε εξασφαλίσει ως τότε το ΠΑΣΟΚ.
Σε αυτό το αισιόδοξο περιβάλλον όπου δεν κυριαρχούσε αγωνία για το αύριο, ήταν αναμενόμενο, να ατονήσει το ενδιαφέρον των πολιτών για την πολιτική. Το εκλογικό σώμα κουρασμένο από την πολυετή διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, αβίαστα υιοθέτησε την συνθηματικού τύπου προσέγγιση της ΝΔ πως «όλοι ίδιοι είναι».
Η ΝΔ αναδύθηκε στην εξουσία με συγκεκριμένο σχέδιο. Μετέφερε εσκεμμένα την πολιτική αντιπαράθεση στο πεδίο της ηθικής και αφού αυτοχρίστηκε «αρχάγγελος της κάθαρσης» υποσχέθηκε «επανίδρυση του κράτους», δίνοντας στους πολίτες την ελπίδα πως δεν θα ακύρωνε, αλλά θα συνέχιζε, όσα «οι προηγούμενοι δεν πρόλαβαν».
Με τον τρόπο αυτό και την μεγάλη εκλογική της νίκη, εξασφάλισε την ανοχή των Ελλήνων και ξεκίνησε τη διακυβέρνηση της χώρας. Την πρώτη τετραετία ξόδεψε το πολιτικό της κεφάλαιο, ακριβώς γιατί δεν είχε πρόγραμμα και διοίκησε με την κεκτημένη ταχύτητα που είχαν εξασφαλίσει οι επιλογές των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η ανυπαρξία προγράμματος και ικανών στελεχών την έκαναν να επενδύσει στο πρόσωπο του «ισχυρού πρωθυπουργού» που με το μαγικό ραβδάκι θα μπορούσε να λύνει κάθε φορά το γόρδιο δεσμό. Γνωρίζοντας την πολιτική της αυτή αδυναμία, φρόντισε να ζητήσει ανανέωση της κυβερνητικής της θητείας τη στιγμή που η χώρα καιγόταν. Τις εκλογές βεβαίως τις κέρδισε καθώς σε κατάσταση εθνικής τραγωδίας οι πολίτες δεν κάνουν αλλαγές, ελπίζοντας πως αυτό δε θα κάνει τα πράγματα χειρότερα, δεν δίνουν όμως και «λευκή επιταγή».
Σήμερα περίπου ένα χρόνο μετά τις εκλογές, το μόνο που έχει καταφέρει είναι να προκαλέσει το κοινό αίσθημα. Οι Έλληνες πλέον τη θεωρούν ικανή για όλα με αποκορύφωμα την υπόθεση του Βατοπαιδίου όπου κανείς δεν ένιωσε έκπληξη, παρά μόνον οργή. Οι εκλογείς από την γνωστή επωδό του «όλοι ίδιοι είναι», «κανείς δεν είναι κατάλληλος», «τίποτα δε μπορεί να λύσει τα προβλήματα της χώρας» έχουν μπει πια σε μια διαδικασία επαναπολιτικοποίησης. Ξεκίνησαν λέγοντας πως η χώρα χρειάζεται κυβερνήσεις συνεργασίας και συμμαχίες και στην αρχή έδειχναν να επιλέγουν μικρά κόμματα σε ενδεχόμενες εκλογές.
Σήμερα με την κατάλυση του κράτους και την οικονομία στο χειρότερό της σημείο, είναι ανασφαλείς για το μέλλον, μετακινούνται πολιτικά στην Κεντροαριστερά και αναζητούν ως ένα βαθμό κρατικό παρεμβατισμό. Σε περιόδους κρίσης οι ψηφοφόροι δεν πειραματίζονται και επιλέγουν δοκιμασμένες λύσεις.
Μια αυτοδύναμη κυβέρνηση που θα μπορέσει να εξασφαλίσει ευρείες κοινωνικές συναινέσεις και παράλληλα θα δίνει λύσεις στα πολλά και διαφορετικά προβλήματα των πολιτών είναι το ζητούμενο. Σε αυτή τη συνθήκη το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναδειχθεί. Έχει κυβερνητική εμπειρία και ικανά στελέχη, μπορεί να ενισχύσει το κοινωνικό κράτος και να δημιουργήσει περιβάλλον ασφάλειας και σιγουριάς στους πολίτες και να βάλει τα θεμέλια για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Το ΠΑΣΟΚ μέχρι στιγμής με συνεπή δουλειά, έχει καταφέρει να κάνει τους πολίτες να το ακούσουν, τώρα μένει να πει κάτι ενδιαφέρον στον πολίτη που διαδηλώνει, διότι θα μπορούσε να ήταν το δικό του παιδί δολοφονημένο στα Εξάρχεια. Να μιλήσει στον μαθητή που κινητοποιείται διότι το σχολείο και η κοινωνία ακυρώνουν τα όνειρά του. Να απευθυνθεί στον πολίτη που διαμαρτύρεται γιατί το κράτος είναι εχθρικό απέναντί του.
Όποιος καταφέρει να διατυπώσει ξεκάθαρο πολιτικό λόγο σε αυτό το πλαίσιο, με λύσεις υλοποιήσιμες και χωρίς κορώνες και κραυγές διαμαρτυρίας, όπως φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις, θα κερδίσει αυτοδύναμα τις επόμενες εκλογές.
Δημοσίευση: Αξία, 20 Δεκεμβρίου 2008
Το 2004 κατέγραφαν τους Έλληνες ως πολίτες μιας χώρας που πρόσμεναν τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και είχαν βρει μια θέση στην παγκόσμια κοινότητα. Ήταν το αποτέλεσμα της σταθερότητας (πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής) που είχε εξασφαλίσει ως τότε το ΠΑΣΟΚ.
Σε αυτό το αισιόδοξο περιβάλλον όπου δεν κυριαρχούσε αγωνία για το αύριο, ήταν αναμενόμενο, να ατονήσει το ενδιαφέρον των πολιτών για την πολιτική. Το εκλογικό σώμα κουρασμένο από την πολυετή διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, αβίαστα υιοθέτησε την συνθηματικού τύπου προσέγγιση της ΝΔ πως «όλοι ίδιοι είναι».
Η ΝΔ αναδύθηκε στην εξουσία με συγκεκριμένο σχέδιο. Μετέφερε εσκεμμένα την πολιτική αντιπαράθεση στο πεδίο της ηθικής και αφού αυτοχρίστηκε «αρχάγγελος της κάθαρσης» υποσχέθηκε «επανίδρυση του κράτους», δίνοντας στους πολίτες την ελπίδα πως δεν θα ακύρωνε, αλλά θα συνέχιζε, όσα «οι προηγούμενοι δεν πρόλαβαν».
Με τον τρόπο αυτό και την μεγάλη εκλογική της νίκη, εξασφάλισε την ανοχή των Ελλήνων και ξεκίνησε τη διακυβέρνηση της χώρας. Την πρώτη τετραετία ξόδεψε το πολιτικό της κεφάλαιο, ακριβώς γιατί δεν είχε πρόγραμμα και διοίκησε με την κεκτημένη ταχύτητα που είχαν εξασφαλίσει οι επιλογές των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η ανυπαρξία προγράμματος και ικανών στελεχών την έκαναν να επενδύσει στο πρόσωπο του «ισχυρού πρωθυπουργού» που με το μαγικό ραβδάκι θα μπορούσε να λύνει κάθε φορά το γόρδιο δεσμό. Γνωρίζοντας την πολιτική της αυτή αδυναμία, φρόντισε να ζητήσει ανανέωση της κυβερνητικής της θητείας τη στιγμή που η χώρα καιγόταν. Τις εκλογές βεβαίως τις κέρδισε καθώς σε κατάσταση εθνικής τραγωδίας οι πολίτες δεν κάνουν αλλαγές, ελπίζοντας πως αυτό δε θα κάνει τα πράγματα χειρότερα, δεν δίνουν όμως και «λευκή επιταγή».
Σήμερα περίπου ένα χρόνο μετά τις εκλογές, το μόνο που έχει καταφέρει είναι να προκαλέσει το κοινό αίσθημα. Οι Έλληνες πλέον τη θεωρούν ικανή για όλα με αποκορύφωμα την υπόθεση του Βατοπαιδίου όπου κανείς δεν ένιωσε έκπληξη, παρά μόνον οργή. Οι εκλογείς από την γνωστή επωδό του «όλοι ίδιοι είναι», «κανείς δεν είναι κατάλληλος», «τίποτα δε μπορεί να λύσει τα προβλήματα της χώρας» έχουν μπει πια σε μια διαδικασία επαναπολιτικοποίησης. Ξεκίνησαν λέγοντας πως η χώρα χρειάζεται κυβερνήσεις συνεργασίας και συμμαχίες και στην αρχή έδειχναν να επιλέγουν μικρά κόμματα σε ενδεχόμενες εκλογές.
Σήμερα με την κατάλυση του κράτους και την οικονομία στο χειρότερό της σημείο, είναι ανασφαλείς για το μέλλον, μετακινούνται πολιτικά στην Κεντροαριστερά και αναζητούν ως ένα βαθμό κρατικό παρεμβατισμό. Σε περιόδους κρίσης οι ψηφοφόροι δεν πειραματίζονται και επιλέγουν δοκιμασμένες λύσεις.
Μια αυτοδύναμη κυβέρνηση που θα μπορέσει να εξασφαλίσει ευρείες κοινωνικές συναινέσεις και παράλληλα θα δίνει λύσεις στα πολλά και διαφορετικά προβλήματα των πολιτών είναι το ζητούμενο. Σε αυτή τη συνθήκη το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναδειχθεί. Έχει κυβερνητική εμπειρία και ικανά στελέχη, μπορεί να ενισχύσει το κοινωνικό κράτος και να δημιουργήσει περιβάλλον ασφάλειας και σιγουριάς στους πολίτες και να βάλει τα θεμέλια για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Το ΠΑΣΟΚ μέχρι στιγμής με συνεπή δουλειά, έχει καταφέρει να κάνει τους πολίτες να το ακούσουν, τώρα μένει να πει κάτι ενδιαφέρον στον πολίτη που διαδηλώνει, διότι θα μπορούσε να ήταν το δικό του παιδί δολοφονημένο στα Εξάρχεια. Να μιλήσει στον μαθητή που κινητοποιείται διότι το σχολείο και η κοινωνία ακυρώνουν τα όνειρά του. Να απευθυνθεί στον πολίτη που διαμαρτύρεται γιατί το κράτος είναι εχθρικό απέναντί του.
Όποιος καταφέρει να διατυπώσει ξεκάθαρο πολιτικό λόγο σε αυτό το πλαίσιο, με λύσεις υλοποιήσιμες και χωρίς κορώνες και κραυγές διαμαρτυρίας, όπως φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις, θα κερδίσει αυτοδύναμα τις επόμενες εκλογές.
Δημοσίευση: Αξία, 20 Δεκεμβρίου 2008
Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008
Έχει ευθύνες και η γενιά των 50άρηδων
Στην Ελλάδα δεν συζητάμε όσο θα έπρεπε ή για την ακρίβεια δε συζητάμε αυτά που θα έπρεπε. Ξεκίνησαν διάφορες συζητήσεις τις τελευταίες μέρες με αφορμή τα όσα ντροπιαστικά συνέβησαν. Συζητήσεις που δεν άγγιξαν, όμως, την ουσία των προβλημάτων, αλλά αναλώθηκαν στην υποχρέωσή μας να ακούσουμε τη γενιά των 16άρηδων. Φοβάμαι πως για μια ακόμη φορά οι απόψεις θα κατατεθούν και μόλις το θέμα φύγει από την επικαιρότητα θα ξεχαστεί κι αυτή η γενιά και μαζί με όλες τις προηγούμενες θα συνεχίσει συνθλιμμένη να ψάχνει μόνη της «την άκρη».
Δεν διαφωνώ πως πρέπει να ακούσουμε τα παιδιά, αλλά πιστεύω ότι είναι καιρός πλέον να αντικρίσουμε το πρόβλημα κατάματα. Το πρόβλημα και η αιτία είναι μια άλλη γενιά. Η γενιά των σημερινών 50άρηδων. Μπορείτε να την αποκαλέσετε «γενιά του Πολυτεχνείου», «γενιά της αλλαγής» ή όπως αλλιώς επιθυμείτε. Αυτό που δεν μπορείτε όμως να μην της αποδώσετε είναι πως είναι η γενιά που διαφυλάττει καλύτερα από όλες τις άλλες τα κεκτημένα της.
Οι σημερινοί 50άρηδες, οι νέοι της εποχής που θα έλεγε κι ο Ζαμπέτας, βρίσκονται στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα σε θέσεις κλειδιά. Στον μεν ιδιωτικό είναι επιχειρηματίες που τις περισσότερες φορές μεγάλωσαν μια μικρή επιχείρηση και με σύμμαχο τους καλούς οικονομικά καιρούς εξασφάλισαν επίπεδο διαβίωσης, σημαντικά καλύτερο από εκείνο των γονιών τους.
Στον δημόσιο τομέα, με διαβατήριο κυρίως το απολυτήριο του 6ταξίου Γυμνασίου, έχουν αναρριχηθεί στις θέσεις των τμηματαρχών ή διευθυντών των υπηρεσιών τους και ασκούν εξουσία.
Η υποβόσκουσα κοινωνική σύγκρουση αυτή την ώρα δεν είναι μεταξύ της κοινωνίας και των 16άρηδων είναι μεταξύ των 50άρηδων και των 30άρηδων.
Των 30άρηδων που το 1991 ήταν αγωνιστές μαθητές και διατύπωναν αιτήματα. Που είναι πολύ πιο μορφωμένοι από τους μεγαλύτερους. Που με όραμα και προσπάθεια έχουν πάρει πτυχία, έχουν ανοίξει τον ορίζοντά τους και έχουν άποψη γιατί έχουν δει και «λίγο παραέξω». Εκείνων που σήμερα βρίσκονται στον ιδιωτικό τομέα και δουλεύουν 10 ώρες την ημέρα και τα Σαββατοκύριακα με προϊστάμενο κάποιον που διοικεί το προσωπικό με τρόπο ανάλογο εκείνου του παππού του όταν έβοσκε πρόβατα. Των 30άρηδων που στο δημόσιο τομέα έχουν μπει με διαγωνισμό του ΑΣΕΠ και αντικειμενικά κριτήρια και που καθημερινά συνθλίβονται από εκείνους που βλέπουν τις εργασιακές σχέσεις όπως στο Βυζάντιο. Καταπιέζοντας δηλαδή με κάθε τρόπο τον κατώτερο και κολακεύοντας με όποιο κόστος τον ανώτερο. Δε διεκδικώ το ρόλο του αυτόκλητου συνηγόρου της γενιάς μου. Ζητώ μόνο το αυτονόητο δικαίωμα στην δημιουργία διότι στις κοινωνίες η συνέχεια εξασφαλίζεται από όλες τις γενιές. Δεν ξέρω αν το συνταξιοδοτικό θα επιβαρυνθεί με την αποχώρηση των 50άρηδων. Εκείνο που μπορώ να διαβεβαιώσω είναι πως αν δεν αλλάξουν τακτική η κοινωνία θα συνεχίσει να επιβαρύνεται.
Δημοσίευση: Εφημερίδα ΝΙΚΗ – 16 Δεκεμβρίου 2008
Δεν διαφωνώ πως πρέπει να ακούσουμε τα παιδιά, αλλά πιστεύω ότι είναι καιρός πλέον να αντικρίσουμε το πρόβλημα κατάματα. Το πρόβλημα και η αιτία είναι μια άλλη γενιά. Η γενιά των σημερινών 50άρηδων. Μπορείτε να την αποκαλέσετε «γενιά του Πολυτεχνείου», «γενιά της αλλαγής» ή όπως αλλιώς επιθυμείτε. Αυτό που δεν μπορείτε όμως να μην της αποδώσετε είναι πως είναι η γενιά που διαφυλάττει καλύτερα από όλες τις άλλες τα κεκτημένα της.
Οι σημερινοί 50άρηδες, οι νέοι της εποχής που θα έλεγε κι ο Ζαμπέτας, βρίσκονται στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα σε θέσεις κλειδιά. Στον μεν ιδιωτικό είναι επιχειρηματίες που τις περισσότερες φορές μεγάλωσαν μια μικρή επιχείρηση και με σύμμαχο τους καλούς οικονομικά καιρούς εξασφάλισαν επίπεδο διαβίωσης, σημαντικά καλύτερο από εκείνο των γονιών τους.
Στον δημόσιο τομέα, με διαβατήριο κυρίως το απολυτήριο του 6ταξίου Γυμνασίου, έχουν αναρριχηθεί στις θέσεις των τμηματαρχών ή διευθυντών των υπηρεσιών τους και ασκούν εξουσία.
Η υποβόσκουσα κοινωνική σύγκρουση αυτή την ώρα δεν είναι μεταξύ της κοινωνίας και των 16άρηδων είναι μεταξύ των 50άρηδων και των 30άρηδων.
Των 30άρηδων που το 1991 ήταν αγωνιστές μαθητές και διατύπωναν αιτήματα. Που είναι πολύ πιο μορφωμένοι από τους μεγαλύτερους. Που με όραμα και προσπάθεια έχουν πάρει πτυχία, έχουν ανοίξει τον ορίζοντά τους και έχουν άποψη γιατί έχουν δει και «λίγο παραέξω». Εκείνων που σήμερα βρίσκονται στον ιδιωτικό τομέα και δουλεύουν 10 ώρες την ημέρα και τα Σαββατοκύριακα με προϊστάμενο κάποιον που διοικεί το προσωπικό με τρόπο ανάλογο εκείνου του παππού του όταν έβοσκε πρόβατα. Των 30άρηδων που στο δημόσιο τομέα έχουν μπει με διαγωνισμό του ΑΣΕΠ και αντικειμενικά κριτήρια και που καθημερινά συνθλίβονται από εκείνους που βλέπουν τις εργασιακές σχέσεις όπως στο Βυζάντιο. Καταπιέζοντας δηλαδή με κάθε τρόπο τον κατώτερο και κολακεύοντας με όποιο κόστος τον ανώτερο. Δε διεκδικώ το ρόλο του αυτόκλητου συνηγόρου της γενιάς μου. Ζητώ μόνο το αυτονόητο δικαίωμα στην δημιουργία διότι στις κοινωνίες η συνέχεια εξασφαλίζεται από όλες τις γενιές. Δεν ξέρω αν το συνταξιοδοτικό θα επιβαρυνθεί με την αποχώρηση των 50άρηδων. Εκείνο που μπορώ να διαβεβαιώσω είναι πως αν δεν αλλάξουν τακτική η κοινωνία θα συνεχίσει να επιβαρύνεται.
Δημοσίευση: Εφημερίδα ΝΙΚΗ – 16 Δεκεμβρίου 2008
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008
Καταλληλότερος Πρωθυπουργός
Δε συνηθίζω να σχολιάζω δημοσκοπήσεις ακριβώς γιατί πιστεύω πως αφορούν αποκλειστικά τα κομματικά επιτελεία, τους δημοσιογράφους και μια μικρή μερίδα πολιτών που είτε δραστηριοποιούνται επαγγελματικά σε κλάδους συγγενείς με την πολιτική ή έχουν εκ φύσεως την τάση να ασχολούνται και με άλλα πράγματα εκτός από την καθημερινότητά τους. Πιστεύω πως περισσότεροι από 5.000 πολίτες δε μπορεί να ασχολούνται με κάθε δημοσκόπηση. Λίγο παραπάνω δηλαδή από το 0,5% του εκλογικού σώματος. Οι δημοσκοπήσεις είναι χρήσιμες για τα κομματικά επιτελεία αλλά όχι και για τους πολίτες. Για τους πολίτες, χρήσιμες είναι οι τολμηρές πολιτικές που μπορούν να τους βγάλουν από τα αδιέξοδα.
Επειδή όμως συχνά – πυκνά με ρωτούν για την ερώτηση του «Καταλληλότερου Πρωθυπουργού» σκέφτηκα να γράψω μερικές σκέψεις.
Πρόκειται για ερώτηση που συνηθίζεται στη Γαλλία όπου οι ψηφοφόροι επιλέγουν πρόσωπο για την προεδρία της χώρας τους και όχι κόμμα.
Στην Ελλάδα συνηθίζεται να υποβάλλεται στους ερωτώμενους παρά τις σχετικές μεθοδολογικές της αδυναμίες.
Στην ερώτηση αυτή πάντα ο κάτοχος του αξιώματος ξεκινά με συγκριτικό πλεονέκτημα. Σπάνια κάποιος εν δυνάμει προηγείται σε αυτή την ερώτηση. Αυτό δε συμβαίνει επίσης και με δημάρχους και νομάρχες (όπου εκεί η ερώτηση υποβάλλεται ορθά αφού θεωρητικά οι πολίτες επιλέγουν πρόσωπο) και πολλές φορές ενώ ο νυν εκλεγμένος δήμαρχος είναι ο καταλληλότερος δήμαρχος συμβαίνει να χάνει τις εκλογές.
Σκεφτείτε την ερώτηση του καταλληλότερου στην καθημερινότητά μας. «Ποιος κατά τη γνώμη σας είναι καταλληλότερος για διαχειριστής της πολυκατοικίας σας; Για κηπουρός σας; Για σύζυγός σας;»
Νομίζω πως αντανακλαστικά θα απαντούσατε τον έχοντα την ιδιότητα ακόμη κι αν υπήρχε κάποιος πολύ καλύτερος για κάποιον από αυτούς τους ρόλους στη ζωή σας.
Επειδή όμως συχνά – πυκνά με ρωτούν για την ερώτηση του «Καταλληλότερου Πρωθυπουργού» σκέφτηκα να γράψω μερικές σκέψεις.
Πρόκειται για ερώτηση που συνηθίζεται στη Γαλλία όπου οι ψηφοφόροι επιλέγουν πρόσωπο για την προεδρία της χώρας τους και όχι κόμμα.
Στην Ελλάδα συνηθίζεται να υποβάλλεται στους ερωτώμενους παρά τις σχετικές μεθοδολογικές της αδυναμίες.
Στην ερώτηση αυτή πάντα ο κάτοχος του αξιώματος ξεκινά με συγκριτικό πλεονέκτημα. Σπάνια κάποιος εν δυνάμει προηγείται σε αυτή την ερώτηση. Αυτό δε συμβαίνει επίσης και με δημάρχους και νομάρχες (όπου εκεί η ερώτηση υποβάλλεται ορθά αφού θεωρητικά οι πολίτες επιλέγουν πρόσωπο) και πολλές φορές ενώ ο νυν εκλεγμένος δήμαρχος είναι ο καταλληλότερος δήμαρχος συμβαίνει να χάνει τις εκλογές.
Σκεφτείτε την ερώτηση του καταλληλότερου στην καθημερινότητά μας. «Ποιος κατά τη γνώμη σας είναι καταλληλότερος για διαχειριστής της πολυκατοικίας σας; Για κηπουρός σας; Για σύζυγός σας;»
Νομίζω πως αντανακλαστικά θα απαντούσατε τον έχοντα την ιδιότητα ακόμη κι αν υπήρχε κάποιος πολύ καλύτερος για κάποιον από αυτούς τους ρόλους στη ζωή σας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)